ΜΕΛΕΤΗ Κ ΛΙΜΑΤΙΚΗ Α Λ Λ ΑΓΗ, ΕΝΕΡΓΕΙΑ Κ ΑΙ ΠΕΡΙΒΆ Λ ΛΟΝ Η δυνατότητα των κυπριακών ΜΚΟ να προσβάλουν με δικαστική προσφυγή τις ενέργειες των δημόσιων αρχών που βλάπτουν το περιβάλλον παραμένει σε αμφισβήτηση. ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ: MΙΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΉ Τρεις οδηγίες της ΕΕ που μεταφέρθηκαν στο Κυπριακό δίκαιο επιλήφθηκαν του θέματος μέσα σε περιορισμένο πλαίσιο. ΕΠΙΣΚΌΠΗΣΗ(Ε.Ε., Γαλλία, Κύπρος) Κωνσταντίνου Λυκούργου, Αποστόλου Βλαχογιάννη και Αρτέμιδος Γιορδαμλή Ιανουάριος 2021 Η παρούσα έκδοση επισημαίνει τους περιορισμούς του κυπριακού συστήματος, και εξετάζει πως έτυχαν χειρισμού από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τα δικαιώματα των ΜΚΟ, αλλά και πως διεύρυνε τα δικαιώματα των ΜΚΟ η νομολογία των γαλλικών δικαστηρίων. Προτείνονται διάφορες σκέψεις για να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη περιβαλλοντική προστασία προς όφελος της Κυπριακής κοινωνίας, στην οποία το δικαστικό σώμα, το κράτος, και οι ΜΚΟ έχουν να διαδραματίσουν ρόλο. Κ ΛΙΜΑΤΙΚΗ Α Λ Λ ΑΓΗ, ΕΝΕΡΓΕΙΑ Κ ΑΙ ΠΕΡΙΒΆ Λ ΛΟΝ ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ: MΙΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΉ ΕΠΙΣΚΌΠΗΣΗ(Ε.Ε., Γαλλία, Κύπρος) Περιεχόμενα I. ΕΙΣΑΓΩΓΉ ......................................................... 2 II. L OCUS STANDI ΤΩΝ ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΆ ΘΈΜΑΤΑ ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΔΊΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΈΝΩΣΗΣ ........................................... 4 1. επίδραση της Σύμβασης του Ώρχους στο δικαίωμα των ΜΚΟ να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα ................... 4 2. νομιμοποίηση( locus standi ) για την προσβολή πράξεων του δικαίου της Ένωσης ενώπιον του ΔΕΕ .................................... 5 3. νεργητική νομιμοποίηση για διασφάλιση της εφαρμογής του περιβαλλοντικού δικαίου της ΕΕ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ............................. 7 Συμπέρασμα ............................................................... 8 Βιβλιογραφία ............................................................... 9 Δικαστικές Αποφάσεις ...................................................... 9 ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΊΑ: ΜΊΑ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΉ ΠΟΡΕΊΑ ΜΈΧΡΙ ΤΗ ΧΆΡΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ ........................ 10 1. Το έννομο συμφέρον εν γένει στην ακυρωτική δίκη ........................... 10 2. Το έννομο συμφέρον ειδικότερα των περιβαλλοντικών οργανώσεων ........... 11 Η νομοθετική κατοχύρωση του εννόμου συμφέροντος των περιβαλλοντικών οργανώσεων .................................... 12 Η νομολογιακή διάπλαση της έννοιας του εννόμου συμφέροντος των περιβαλλοντικών οργανώσεων .................................... 12 2β(1). Η αρχή της ειδικότητας του σκοπού ..................................... 13 2β(2). Η αρχή της εγγύτητας ............................................... 13 3. Διδάγματα από τη γαλλική έννομη τάξη .................................... 14 Βιβλιογραφία .............................................................. 15 Δικαστικές Αποφάσεις ..................................................... 15 IN SEARCH OF ENVIRONMENTAL JUSTICE: Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΉ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ AARHUS(1998) ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌ ΔΊΚΑΙΟ ..... 16 Συμπέρασμα .............................................................. 21 Βιβλιογραφία .............................................................. 22 Δικαστικές Αποφάσεις ..................................................... 22 V. ΚΎΡΙΑ ΣΥΜΠΕΡΆΣΜΑΤΑ ......................................... 23 VI. ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΊΣ ................................. 24 1 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Αιτία για την έκδοση αυτή, που συνοδεύει μια διαδικτυακή παρουσίαση(Φεβρουάριος 2021), είναι η διαχρονική ανη­ συχία των περιβαλλοντικών οργανώσεων της Κύπρου ως προς το δικαίωμα προσφυγής τους στη δικαιοσύνη για πράξεις ή παραλείψεις δημόσιων αρχών που έχουν δυ­ σμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η Σύμβαση του Ώρχους για την Πρόσβαση στις Πληροφο­ ρίες, τη Συμμετοχή του Κοινού στη Λήψη Αποφάσεων, και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για Περιβαλλοντικά Θέμα­ τα(1998) επικυρώθηκε δια νόμου στην Κύπρο το 2003. Λήφθηκαν μέτρα για την υλοποίηση των πρώτων δυο πυ­ λώνων της Σύμβασης, δηλαδή την πρόσβαση στην πλη­ ροφόρηση και τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, αλλά όχι για τον τρίτο πυλώνα, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης το δικαίωμα προ­ σφυγής πολιτών και ΜΚΟ βασίζεται στο εθνικό δίκαιο κά­ θε συμβαλλόμενου κράτους. Μια απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρί­ ου 1 το έτος 2000, σύμφωνα με την οποία, εφόσον το Σύν­ ταγμα της Κύπρου δεν καθιερώνει το δικαίωμα προστασί­ ας του περιβάλλοντος, η αποδοχή προσφυγής από ΜΚΟ θ’ αντιστοιχούσε με λαϊκή αγωγή( actio popularis – που δεν αναγνωρίζεται στο κυπριακό δίκαιο), αποθάρρυνε περαι­ τέρω προσφυγές από ΜΚΟ. Κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας που παρήλθε, οργανώ­ θηκαν σεμινάρια ή ανοικτές συζητήσεις για το έννομο συμ­ φέρον των ΜΚΟ, με πρωτοβουλία οργανώσεων και ενίοτε σε συνεργασία με το δικαστικό σώμα. Όμως η συζήτηση επανερχόταν πάντα στην απουσία ενός μηχανισμού που να διασφαλίζει το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ, εκτός στις περιορισμένες περιπτώσεις που είχε προνοήσει η ενωσια­ κή νομοθεσία μετά την ένταξη μας στην Ε.Ε. Στο μεταξύ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μέσω δικών του αποφάσεων ή προδικαστικών παραπομπών από εθνικά δικαστήρια, κα­ θώς και οι κατευθυντήριες οδηγίες της Κομισιόν, προώθη­ σαν νέες αντιλήψεις για το έννομο συμφέρον. Τα τρία άρθρα που συναποτελούν την παρούσα έκδοση, προέρχονται από δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, νομικό σύμβουλο με ειδική γνώση της έννομης τάξης της Γαλλίας, και νομικό που ασχολήθηκε ενεργά με ΜΚΟ στην Κύπρο. Στόχος τους είναι να παρουσιάσουν τη σύγχρονη προσέγγιση στο δικαίωμα προσφυγής των ΜΚΟ, καθώς και τις νομολογιακές εξελίξεις τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊ­ κής Ένωσης όσο και εθνικού δικαίου. Συχνά γίνονται συγ­ κρίσεις μεταξύ κυπριακού και ελλαδικού περιβαλλοντικού δικαίου, μια ίσως όχι και τόσο δόκιμη σύγκριση, αφού το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας προνόησε ρητά για δικαίωμα περιβαλλοντικής προστασίας από το 1975(που ενδυναμώθηκε το 1986). Κατά συνέπεια, η νομολογία των δυο χωρών εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά. Στην παρούσα εργασία επιλέχθηκε σκόπιμα να εστιάσουμε μεταξύ άλ­ λων στην περιβαλλοντική νομολογία των γαλλικών δικα­ στηρίων μια και πρόκειται για χώρα που ιστορικά δεν είχε συμπεριλάβει στο κείμενο του Συντάγματός της την προ­ στασία του περιβάλλοντος. Η παρούσα εργασία αναλύει επίσης την προσέγγιση και φιλοσοφία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ και καταλήγει σε επισκόπηση των δικαιωμάτων που απολαύουν σήμερα οι κυπριακές ΜΚΟ, και σε κάποιες σκέ­ ψεις επι τούτου. Η κοινή γνώμη στην Κύπρο αποδέχθηκε πια σε γενικές γραμμές ότι ένα υγιές περιβάλλον αποτελεί κοινό αγα­ θό. Οπότε, όταν απειλείται αυτό το αγαθό, δεν θα πρέ­ πει να εξαρτόμαστε για την προστασία του μόνο από τα ατομικά δικαιώματα που παρέχει το Σύνταγμα μας. Η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος προ­ ϋποθέτει τη δυνατότητα συλλογικής αντίδρασης από ευαισθητοποιημένους πολίτες. Η παρούσα εργασία επιδιώκει την αναζωπύρωση της συ­ ζήτησης γύρω από το έννομο συμφέρον των περιβαλλον­ τικών ΜΚΟ. Ευελπιστούμε ότι τα κείμενα θα προσφέρουν τροφή για σκέψη ως προς το τι δέον γενέσθαι, δίνοντας ενθάρρυνση σε ΜΚΟ, αποβαίνοντας επίσης χρήσιμα σε δικηγόρους που θα εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα των ΜΚΟ, αλλά και σε μέλη του δικαστικού σώματος που θα εκδικάσουν τις προσφυγές τους. 1 Thanos Club Hotels v. Κυπριακής Δημοκρατίας ανάθ. έφεση αρ. 2710/2000 2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στο Ίδρυμα Friedrich Ebert χωρίς τη στήριξη του οποίου η πρωτοβουλία αυτή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ευχαριστίες οφεί­ λονται επίσης στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου UCLan στην Κύπρο, στην οργάνωση Civil Society Advo­ cates, στον τέως δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κ. Γιώργο Αρέστη, για την καθοδήγηση του, στους συνα­ δέλφους μου από το Ίδρυμα Λαόνα, και φυσικά στους δύο διακεκριμένους νομικούς που συνεργάστηκαν μαζί μου στην έκδοση αυτή. Η έχουσα την γενική επιμέλεια Άρτεμις Κουδουνάρη Γιορδαμλή , D. Phil(Oxon), M.Sc., Barrister-at-Law Λεμεσός, 20.1.2021 3 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ II. LOCUS STANDI ΤΩΝ ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙ­ ΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ­ ΤΙΚΆ ΘΈΜΑΤΑ ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΔΊ­ ΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΈΝΩΣΗΣ Κωνσταντίνος Λυκούργος Δικαστής, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Στα αρχικά στάδια της ύπαρξης και δράσης τους, οι μη κυ­ βερνητικές οργανώσεις(MKO) που προάγουν την προ­ στασία του περιβάλλοντος δεν είχαν ουσιαστικό ρόλο στη διαδικασία θέσπισης και εφαρμογής κανόνων δικαίου. Λειτουργούσαν κυρίως ως όργανα άσκησης πίεσης προς τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς. Σταδιακά και κυρίως μετά τη θέσπιση του Πρωτοκόλλου του Κιότο 2 και της Σύμβασης του Ώρχους(Aarhus), 3 ο ρόλος των ΜΚΟ άλλαξε καθοριστικά. Συγκεκριμένα, με την επικύρωση της Σύμβασης του Ώρχους από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και όλα τα κράτη μέλη της, οι ΜΚΟ έχουν, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτη­ το και αμερόληπτο φορέα με σκοπό την επανεξέταση πράξεων ή παραλείψεων δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων. Η αναγνώριση από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(ΕΕ) του δικαιώματος ευρείας ενεργητικής νομιμοποίησης( locus standi ) των ΜΚΟ ενισχύει κατά τρόπο ουσιαστικό το ρόλο τους στη διαφύλαξη των κανόνων και αρχών που δι­ έπουν την προστασία του περιβάλλοντος και τις καθιστά σημαντικούς παράγοντες για τη διασφάλιση της ουσια­ στικής εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής στην Ευρώπη. Η πρόσβαση, ωστόσο, που το δίκαιο αυτό κατο­ χυρώνει υπέρ των περιβαλλοντικών ΜΚΟ ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης(ΔΕΕ) είναι, για λό­ γους άσχετους με τον τομέα του περιβάλλοντος, πιο περι­ ορισμένη από εκείνην που το εν λόγω δίκαιο τους διασφα­ λίζει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Στο παρόν άρθρο θα εξεταστούν διαδοχικά οι δύο αυτές πτυχές της πρόσ­ βασης, αφενός, στο ΔΕΕ και, αφετέρου, στα εθνικά δικα­ στήρια. Θα προηγηθεί μια σύντομη παρουσίαση των σχε­ τικών διατάξεων της Σύμβασης του Ώρχους, από τις οποίες, σε μεγάλο βαθμό, απορρέει η ενεργητική νομιμο­ ποίηση των ΜΚΟ. 1. Η ΕΠΊΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΏΡΧΟΥΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΤΩΝ ΜΚΟ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΎΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΓΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΆ ΘΈΜΑΤΑ Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπέγραψε τη Σύμβαση του Ώρ­ χους στις 25 Ιουνίου 1998 και την ενέκρινε(κύρωσε) στις 17 Φεβρουαρίου 2005. 4 Οι διατάξεις της σύμβασης αυτής αποτελούν, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της ΕΕ. 5 Αν και η ενεργητική νομιμοποίηση των ΜΚΟ εντός των τότε Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προϋπήρξε, σε κάποιο βαθμό, της Σύμβασης του Ώρχους, η εν λόγω σύμ­ βαση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσβαση στη δικαι­ οσύνη των οργανώσεων αυτών. Η Σύμβαση του Ώρχους παρέσχε στην πρόσβαση αυτή μια στέρεη και ευρεία νο­ μική βάση και οδήγησε στη συμπερίληψη διατάξεων που τη διέπουν, σε μεγάλο αριθμό πράξεων παραγώγου δικαί­ ου της ΕΕ(κανονισμών και οδηγιών). Η Σύμβαση του Ώρχους καθιερώνει τρία ειδικά περιβαλ­ λοντικά δικαιώματα υπέρ του«κοινού»: το δικαίωμα πρόσ­ βασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, το δικαίωμα συμμετοχής στις σχετικές με το περιβάλλον διαδικασίες λήψης αποφάσεων και το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαι­ οσύνη. Έμφαση δίνεται, στο πλαίσιο αυτό, στο ρόλο των ΜΚΟ. Αξίζει να τονισθεί σχετικά ότι στον ορισμό του«επη­ ρεαζόμενου κοινού» η σύμβαση ρητά περιλαμβάνει τις ΜΚΟ που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι αυτές πληρούν τυχόν όρους που τίθενται από το δίκαιο των συμβαλλομένων μερών. 6 Δεν αποκλείεται, συνεπώς, κάθε συμβαλλόμενο μέρος να θέ­ τει κάποιες προϋποθέσεις για την αναγνώριση τέτοιων οργανώσεων, όπως, για παράδειγμα, ένα ελάχιστο αριθμό μελών ή κάποιο ελάχιστο χρόνο λειτουργίας. 2 Το Πρωτόκολλο του Κιότο για την Κλιματική Αλλαγή θεσπί­ στηκε στο Κιότο στις 11 Δεκεμβρίου 1997. Η Ευρωπαϊκή Κοινό­ τητα υπέγραψε το Πρωτόκολλο στις 29 Απριλίου 1998. 3 Η Σύμβαση του Ώρχους για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 1998 και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2001. 4 Απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 για σύ­ ναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέ­ ματα περιβάλλοντος(2005/370/ΕΚ), EE L 124, της 17.5.2005, σ. 1. 5 ΔΕΚ, C-240/09, Lesoochranárske zoskupenie , ECLI:EU:C:2011:125, σκέψη 30. 6 Σύμβαση του Ώρχους, άρθρο 2(5). 4 Locus standi των μη κυβερνητικών οργανώσεων σε περιβαλλον­τικά θέματα σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη διέπεται από το άρθρο 9 της σύμβασης, το οποίο απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να παρέχουν, για τους σκοπούς που το άρθρο αυτό αναφέ­ ρει, πρόσβαση σε δικαστήριο ή σε άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο που ιδρύθηκε με νόμο. Συνεπώς, το δικαίωμα στην άσκηση προσφυγής, το οποίο προβλέπε­ ται στη σύμβαση, μπορεί να ασκείται ενώπιον δικαστηρί­ ου και/ή ανεξάρτητου διοικητικού οργάνου. Το εν λόγω άρθρο 9 ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό την πρόσβαση στη δικαιοσύνη ανάλογα με το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς. Το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο ή σε ανεξάρτητο διοικητικό όργανο για σκοπούς αμφισβήτησης απόφασης που λαμβάνεται αναφορικά με αίτημα πρόσβασης σε πληροφορίες που αφορούν στο περιβάλλον προβλέπε­ ται στην παράγραφο 1 του άρθρου 9. Η εν λόγω διάταξη δεν περιλαμβάνει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις για τις προ­ ϋποθέσεις που αφορούν το παραδεκτό τέτοιων προσ­ φυγών, πέραν από το γεγονός ότι το δικαίωμα προσφυγής πρέπει να αναγνωρίζεται. Πράγματι, τέτοιες διευκρινίσεις δεν χρειάζονται, δεδομένου ότι το άρθρο 4 της σύμβασης κατοχυρώνει το δικαίωμα του κοινού να ζητά πληροφορί­ ες που αφορούν στο περιβάλλον από τις δημόσιες αρχές. Συνεπώς, κάθε πρόσωπο που υποβάλλει τέτοια αίτηση σε δημόσια αρχή και δεν ικανοποιείται πλήρως από την απά­ ντηση που λαμβάνει έχει προφανές έννομο συμφέρον για να προσβάλει την απάντηση αυτή, ανάλογα με την περί­ πτωση, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 προβλέπεται το δικαίωμα των μελών του«επηρεαζόμενου κοινού» να προσφεύγουν ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου ανεξάρτητου και αμερόλη­ πτου οργάνου για σκοπούς ελέγχου της νομιμότητας πράξε­ ων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στο άρθρο 6 ή σε άλλες διατάξεις της σύμβασης, οι οποίες καθιερώνουν κυρίως το δικαίωμα συμμετοχής του κοινού στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον. Αυτό το δικαίωμα προσφυγής προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς συμφέροντος(sufficient interest) ή τον επηρεασμό δικαιώματος του προσφεύγοντος. Διευκρινίζεται, όμως, ρητά στο εν λόγω άρθρο 9(2) ότι οι ΜΚΟ που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος και πληρούν τυχόν όρους που τίθενται από το δίκαιο του σχετι­ κού συμβαλλόμενου μέρους θεωρούνται πως έχουν επαρ­ κές συμφέρον καθώς και δικαιώματα που επηρεάζονται. Συν­επώς, η ενεργητική τους νομιμοποίηση για καταχώριση προσφυγής διασφαλίζεται. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράγραφος 3 του άρ­ θρου 9 της σύμβασης, η οποία, σε αντίθεση με τις δύο προη­ γούμενες παραγράφους, δεν περιορίζεται στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για την προάσπιση των δικαιω­ μάτων που κατοχυρώνει, ως προς την ουσία τους, η ίδια η σύμβαση, αλλά προβλέπει ένα γενικό δικαίωμα των«μελών του κοινού» να έχουν πρόσβαση σε διοικητικές και δικαστι­ κές διαδικασίες προκειμένου να προσβάλλουν πράξεις και παραλείψεις των δημοσίων αρχών και των ιδιωτών που πα­ ραβαίνουν διατάξεις του εθνικού περιβαλλοντικού δικαίου. Το ευρύτατο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής έχει, ωστόσο, ως αντίτιμο μια λιγότερο ισχυρή κατοχύρωση του δικαιώματος το οποίο καθιερώνει: Αφενός, το δικαίω­ μα αυτό παρέχεται στα«μέλη του κοινού», χωρίς να ανα­ φέρεται ρητά ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι ΜΚΟ. Ο ορισμός του«κοινού», που προβλέπεται στο άρ­ θρο 2(4) της σύμβασης, παραπέμπει στο δίκαιο και την πρακτική της κάθε χώρας για να καθοριστεί κατά πόσον περιλαμβάνονται στην έννοια αυτή οι σύνδεσμοι, οργα­ νώσεις και ομάδες προσώπων. Αφετέρου, το ίδιο το άρ­ θρο 9(3) καθιστά το γενικό δικαίωμα πρόσβασης στη δι­ καιοσύνη υποκείμενο σε όρους που τυχόν καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου και δεδομένης της σχε­ τικά ευρείας διακριτικής ευχέρειας που η εν λόγω διάταξη αφήνει στα συμβαλλόμενα μέρη, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή από την ΕΕ έχει ιδιαίτερη σημασία. 2. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΉ ΝΟΜΙΜΟΠΟΊΗΣΗ (LOCUS STANDI) ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΉ ΠΡΆΞΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΊΟΥ ΤΗΣ ΈΝΩΣΗΣ ΕΝΏΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΕΕ Το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του ΔΕΕ για σκοπούς ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των οργάνων και ορ­ γανισμών της ΕΕ που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων διέπεται από το άρθρο 263 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ(ΣΛΕΕ). Για τους μη προνομιούχους διαδίκους, δηλαδή για διαδίκους άλλους από τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, το άρ­ θρο αυτό, όπως και το προηγούμενο άρθρο 230 ΣΕΚ, προ­ βλέπει ότι αυτοί μπορούν να ασκούν προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτες ή που τους αφο­ ρούν άμεσα και ατομικά. Στη βάση αυτή, δεν υπάρχει καμία δυσκολία για άσκηση προσφυγής από ΜΚΟ κατά ατομικών πράξεων των οποί­ ων οι ίδιες είναι αποδέκτες. Πρόσφατα παραδείγματα περι­ λαμβάνουν περιπτώσεις όπου ΜΚΟ που ενεργούν για την προστασία του περιβάλλοντος πέτυχαν ακύρωση πράξε­ ων με τις οποίες θεσμικά όργανα και οργανισμοί της ΕΕ τους είχαν αρνηθεί πρόσβαση σε έγγραφα. 7 Αντίθετα, η προσβολή με τη διαδικασία αυτή νομοθετι­ κών ή κανονιστικών πράξεων ή, γενικότερα, πράξεων των οποίων οι ΜΚΟ δεν είναι αποδέκτες, είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό οφείλεται σε πάγια νομολογία του Δικα­ στηρίου, η οποία δεν σχετίζεται με τον τομέα του περι­ βάλλοντος αλλά τυγχάνει γενικής εφαρμογής, με την οποία ορίζεται ότι ο σύνδεσμος που απαιτείται ώστε η προσβαλλόμενη πράξη να αφορά«ατομικά» τον προσ­ φεύγοντα θεωρείται ότι υπάρχει όταν η εν λόγω πράξη θίγει τον προσφεύγοντα λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής κατάστασης που τον χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τον εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυ­ 7 ΔΕΕ, C-57/16 P, ClientEarth κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:2018:660; ΔΕΕ, C‑615/13 P, ClientEarth κ.α. κατά EFSA , ECLI:EU:C:2015:489. 5 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ τόν του αποδέκτη. 8 Επομένως, πλην σπάνιων εξαιρέσε­ ων, ένα μέτρο δεν μπορεί να προσβληθεί όταν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Αξίζει να σημειωθεί ότι προσπάθεια που κατέβαλε η Greenpeace για να ερμηνευθεί η προϋπόθεση του ατομι­ κού ενδιαφέροντος λιγότερο περιοριστικά στα θέματα του περιβάλλοντος απέτυχε. 9 Με τη συνθήκη της Λισαβόνας, το τέταρτο εδάφιο του άρ­ θρου 263 ΣΛΕΕ διαμορφώθηκε κατά τρόπο που να διευ­ ρύνει τον κύκλο των ατόμων που δικαιούνται να ασκήσουν προσφυγή ακύρωσης. Βάσει της ρύθμισης αυτής, πέραν από τις πράξεις των οποίων ο προσφεύγων είναι αποδέ­ κτης και πέραν από αυτές που τον αφορούν άμεσα και ατομικά, μπορεί να ασκείται προσφυγή και κατά των κανο­ νιστικών πράξεων που αφορούν άμεσα τον προσφεύγο­ ντα και δεν περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα. Ως εκ τού­ του, στην περίπτωση των κανονιστικών πράξεων που δεν περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα, δεν αποτελεί πια προϋπόθεση, για την ενεργητική νομιμοποίηση των φυσι­ κών και νομικών προσώπων(μη προνομιούχων διαδίκων), η ύπαρξη ατομικής σχέσης με την προσβαλλόμενη πράξη. Αρκεί η ύπαρξη άμεσης τέτοιας σχέσης. Πρέπει όμως να σημειωθεί πως με τη διάταξη αυτή όπως ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ, 10 αν και διευρύνθηκαν κάπως οι δυνατότητες άσκησης προσφυγής ενώπιον του ΔΕΕ κατά των πράξεων της ΕΕ, εντούτοις, οι δυνατότητες αυτές παραμένουν ακό­ μα αρκετά περιορισμένες για τους μη προνομιούχους δια­ δίκους, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ΜΚΟ. 11 Χωρίς αλλοίωση του γενικού αυτού πλαισίου, θεσπίσθη­ κε, το 2006, ο κανονισμός(ΕΚ) αριθ. 1367/2006, 12 ο οποίος ρυθμίζει τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της Σύμ­ βασης του Ώρχους στα θεσμικά όργανα και τους οργανι­ σμούς της ΕΕ. Στον κανονισμό αυτό προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ΜΚΟ οι οποίες έχουν συσταθεί ως ανεξάρτη­ 8 ΔΕΚ, 25/62, Plaumann, ECLI:EU:C:1963:17; Για πρόσφατο πα­ ράδειγμα εφαρμογής της νομολογίας αυτής σε προσφυγή που αφορούσε την προστασία του περιβάλλοντος, βλ. ΓΔΕΕ, Τ-330/18, Carvalho , ECLI:EU:T:2019:324. 9 Βλ. Διάταξη του Πρωτοδικείου(πρώτο τμήμα) της 9ης Αυ­ γούστου 1995, Stichting Greenpeace Council(Greenpeace International) κ.α. κατά Επιτροπής , Απαράδεκτο, T-585/93, ECLI:EU:T:1995:147 και Απόφαση του Δικαστη­ ρίου της 2ας Απριλίου 1998, Stichting Greenpeace Council (Greenpeace International) κ.α. κατά Επιτροπής , C-321/95 P, ECLI:EU:C:1998:153. 10 ΔΕΕ, C-583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.α. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου , ECLI:EU:C:2013:625; ΔΕΕ, C-274/12 P, Telefónica κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:2013:852; ΔΕΕ, C-456/13 P, T& L Sugars κ.α. κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:2015:284. 11 Μεταξύ άλλων, Α. Πλιάκος, Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Θεσμικό& Ουσιαστικό Δίκαιο (2018), 321-327. 12 Κανονισμός(ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβου­ λίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρό­ σβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλ­ λοντικά θέματα, ΕΕ L 264, της 25.9.2006, σ. 13-19. τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σύμ­ φωνα με το εθνικό δίκαιο ή την πρακτική κράτους μέλους, έχουν διατυπώσει, ως πρωταρχικό στόχο τους, την προ­ αγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού δικαίου και επιδιώκουν ενεργά το στόχο αυτό, και οι οποίες υφίστανται για χρονικό διάστη­ μα άνω της διετίας, δικαιούνται να ζητήσουν εσωτερική επανεξέταση από το θεσμικό όργανο ή τον οργανισμό της ΕΕ που είτε εξέδωσε ατομική διοικητική πράξη δυνάμει του δικαίου του περιβάλλοντος είτε όφειλε να εκδώσει τέ­ τοια πράξη και δεν το έπραξε. Οι εν λόγω ΜΚΟ δικαιούνται στη συνέχεια να προσφεύγουν στο ΔΕΕ κατά των αποφά­ σεων που εκδίδονται επί των αιτήσεών τους για εσωτερι­ κή επανεξέταση. Στο πλαίσιο πρόσφατης αξιολόγησης της κατάστασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι το πεδίο εφαρμογής του εσωτερικού διοικητικού ελέγχου, τον οποίον επιτρέ­ πει ο κανονισμός 1367/2006, παραμένει περιορισμένο. Τούτο διότι αφορά μόνο ατομικές διοικητικές πράξεις που εκδίδονται«δυνάμει» του δικαίου του περιβάλλοντος, κά­ τι που, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν είναι βέβαιο πως συνάδει με το άρθρο 9(3) της Σύμβασης του Ώρχους. 13 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε, ως εκ τούτου, πρόταση για τροποποίηση του κανονισμού 1367/2006, με την οποία να διευρύνεται ο ορισμός της διοικητικής πράξης, της οποίας οι ΜΚΟ να μπορούν να ζητούν τη διοικητική επανεξέταση και σε σχέση με την οποία να μπορεί να ασκηθεί, στη συνέχεια, προσφυγή ενώπιον του ΔΕΕ. Συγ­ κεκριμένα, αν ο τροποποιητικός αυτός κανονισμός εγκρι­ θεί, ως τέτοια«διοικητική πράξη» θα θεωρείται οποιαδή­ ποτε μη νομοθετική πράξη των θεσμικών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, η οποία περιέχει διατάξεις που μπορεί, λόγω των επιπτώσεών τους, να αντιτίθενται στο περιβαλλοντικό δίκαιο, εξαιρουμένων των διατάξεων της εν λόγω πράξης για τις οποίες το δίκαιο της Ένωσης απαι­ τεί ρητά εκτελεστικά μέτρα. 14 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποσκοπεί, με την πρόταση αυτή, να προσαρμόσει τον κανονισμό 1367/2006 τόσο στις απαι­ τήσεις του άρθρου 9(3) της Σύμβασης του Ώρχους όσο και στη διατύπωση του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με το οποίο υπήρξε διεύρυνση της ενεργητικής νομι­ μοποίησης των μη προνομιούχων διαδίκων για προσβολή πράξεων του δικαίου της ΕΕ. Μπορεί όμως κανείς να δι­ ερωτηθεί αν η εν λόγω πρόταση δεν θα είχε ως αποτέλε­ σμα να παρακάμψει ορισμένους από τους περιορισμούς που το άρθρο 263 ΣΛΕΕ διατηρεί στο δικαίωμα ευθείας προσφυγής στο ΔΕΕ. Πράγματι, με την προτεινόμενη τρο­ ποποίηση, οι ΜΚΟ θα δικαιούνται να ζητούν επανεξέταση 13 Βλ. Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού(ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμ­ βουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όρ­ γανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Åarhus σχετικά με την πρόσβαση στις πληρο­ φορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, COM(2020) 642 final, 14.10.2020, Αιτιολογική έκθεση, μέρος ΙΙΙ. 14 Ibidem, άρθρο 1, παράγραφος 1. 6 Locus standi των μη κυβερνητικών οργανώσεων σε περιβαλλον­τικά θέματα σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των κανονιστικών πράξεων της Ένωσης για τις οποίες δεν προβλέπονται εκτελεστικά μέτρα και, στη συνέχεια, να προσβάλλουν ενώπιον του ΔΕΕ την τυχόν απόρριψη της αίτησής τους αυτής. Αυτό ενδέχεται να επιτρέψει τον έλεγ­ χο νομιμότητας τέτοιων πράξεων από το ΔΕΕ χωρίς να απαιτείται, όπως το προβλέπει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, οι πρά­ ξεις αυτές να αφορούν άμεσα την προσφεύγουσα ΜΚΟ. Αυτών λεχθέντων, ως έχουν τα πράγματα σήμερα, και δε­ δομένης της περιορισμένης δυνατότητας που υπάρχει για τις ΜΚΟ να ασκήσουν ευθείες προσφυγές ενώπιον του ΔΕΕ, είναι κυρίως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων που οι οργανώσεις αυτές μπορούν να προσφεύγουν για να δι­ ασφαλίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ενωσιακού περιβαλλοντικού δικαίου. Αυτό εξάλλου συνάδει με το συνολικό σύστημα αποτελεσματικής δικαστικής προστα­ σίας της ΕΕ, εφόσον τα εθνικά δικαστήρια είναι τα κατεξο­ χήν αρμόδια δικαστήρια για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, 15 συνεργαζόμενα όπου χρειάζεται με το ΔΕΕ, μέσω του συστήματος προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. 3. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΉ ΝΟΜΙΜΟΠΟΊΗΣΗ ΓΙΑ ΔΙΑΣΦΆΛΙΣΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΎ ΔΙΚΑΊΟΥ ΤΗΣ ΕΕ ΕΝΏΠΙΟΝ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΏΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΩΝ Όπως έχει προαναφερθεί, οι διατάξεις της Σύμβασης του Ώρχους αποτελούν μέρος της έννομης τάξης της ΕΕ. Συνε­ πώς, η υποχρέωση αναγνώρισης της ενεργητικής νομιμο­ ποίησης των περιβαλλοντικών ΜΚΟ, δυνάμει του άρθρου 9 της σύμβασης αυτής, αποτελεί για τα κράτη μέλη υπο­ χρέωση που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης. Για διασφάλιση της υλοποίησης των διατάξεων των παρα­ γράφων 1, 2 και 3 του εν λόγω άρθρου 9, οι οποίες προ­ βλέπουν το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη των μελών του κοινού και ιδιαίτερα των ΜΚΟ, η Ένωση εν­ σωμάτωσε σε σειρά οδηγιών του περιβαλλοντικού δικαί­ ου διατάξεις που διέπουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. 16 Ωστόσο, δεν υπάρχει γενική«δικονομική» οδηγία για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περιβαλλοντικές υποθέ­ 15 Η νομολογία του ΔΕΕ τα χαρακτηρίζει ως τα δικαστήρια«κοι­ νού δικαίου» της έννομης τάξης της Ένωσης[βλ. ΔΕΕ(ολομέ­ λεια), γνωμοδότηση 1/09, της 8ης Μαρτίου 2011, για τη δημι­ ουργία ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ECLI:EU:C:2011:123, σκέψη 80]. 16 Σχετικά με την υλοποίηση του άρθρου 9(1), βλ. άρθρο 6 της Οδηγίας 2003/4/ΕΚ για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλ­ λοντικές πληροφορίες, ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26–32. Σχετικά με την υλοποίηση του άρθρου 9(2), βλ. άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχε­ δίων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, ΕΕ L 26 της 28.1.2012, σ. 1–21. Σχετικά με την υλοποίηση του άρθρου 9(3), βλ., μεταξύ άλλων, άρθρα 12 και 13 της Οδηγίας 2004/35/ ΕΚ σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας, ΕΕ L 143 της 30.4.2004 σ. 56-75, καθώς και άρθρο 25 της Οδη­ γίας 2010/75/ΕΕ περί βιομηχανικών εκπομπών(ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης), ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17-119. σεις, που να ρυθμίζει δικονομικής φύσης ζητήματα όπως ο προσδιορισμός του έννομου συμφέροντος, τα διαθέσι­ μα ένδικα μέσα ή το εύρος και είδος του δικαστικού ελέγ­ χου. Προσπάθεια θέσπισης τέτοιας οδηγίας θεωρήθηκε, από τα κράτη μέλη, ότι προσέκρουε στην αρχή της επι­ κουρικότητας. Ισχύει λοιπόν, κατά πάγια νομολογία, η γε­ νική αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών με­ λών, σύμφωνα με την οποία, ελλείψει διαδικαστικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, εναπόκειται στο κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους κανόνες αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, οι εν λόγω κανόνες δεν είναι λι­ γότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες κα­ ταστάσεις υπαγόμενες στο εσωτερικό δίκαιο(αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιω­ μάτων που αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ένωσης(αρ­ χή της αποτελεσματικότητας). 17 Στην απουσία σχετικού δεσμευτικού δικαίου της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοινώσεις για βελτίω­ ση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, 18 όπου αποσαφηνίζει τι θεωρεί ότι είναι σύμφωνο με το δίκαιο της ΕΕ, κατευθύνοντας, έτσι, τα κράτη μέλη στη λήψη κατάλληλων δικονομικών ρυθμίσεων. Οι ανα­ κοινώσεις όμως αυτές δεν αποτελούν νομικά δεσμευτικά κείμενα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η νομολογία του ΔΕΕ εί­ ναι καθοριστικής σημασίας. Η πρώτη σημαντική απόφαση του ΔΕΕ που αξίζει να επι­ σημανθεί είναι η απόφαση Trianel, 19 η οποία ερμήνευσε διάταξη για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη που περιλαμ­ βάνεται στην οδηγία για τη συμμετοχή του κοινού στη κα­ τάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφο­ ρούν το περιβάλλον και που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9(2) της Σύμβασης του Ώρχους. Στην απόφασή του, το ΔΕΕ τονίζει ότι οι εθνικές διατάξεις δεν πρέπει να στερούν από τις ΜΚΟ«τη δυνατότητα να ελέγχουν κατά πόσο τηρούνται οι κανόνες που προέρχο­ νται από το[περιβαλλοντικό] δίκαιο, οι οποίοι συνήθως αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον και όχι στην προστα­ σία απλώς και μόνο των συμφερόντων μεμονωμένων ιδι­ ωτών»(σκέψη 46). Ως εκ τούτου, όταν τα κράτη μέλη κα­ θορίζουν τα δικαιώματα των οποίων η προσβολή μπορεί να δικαιολογήσει την άσκηση προσφυγής, δεν μπορούν να απαιτούν να πλήττεται ένα ατομικό δικαίωμα, αποστε­ ρώντας έτσι από τις ΜΚΟ προστασίας του περιβάλλο­ ντος, οι οποίες προστατεύουν συλλογικά συμφέροντα, τη δυνατότητα προσφυγής που τους αναγνωρίζει τόσο η οδηγία όσο και η Σύμβαση του Ώρχους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο τονίζει ότι το παραδεκτό μιας προσφυγής δεν 17 Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ, C-429/15, Danqua , ECLI:EU:C:2016:789, σκέψη 29, καθώς και ΔΕΕ, C-115/09, Trianel , ECLI:EU:C:2011:289, σκέψη 43. 18 Η πιο πρόσφατη τέτοια ανακοίνωση εκδόθηκε στις 14.10.2020: Ανακοίνωση της Επιτροπής, Βελτίωση της πρόσβασης στη δι­ καιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα στην ΕΕ και τα κράτη μέλη της, COM/2020/643 final. Είναι διαθέσιμη εδώ: https:// eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX%3A52020D C0643&qid=1604850682603. 19 ΔΕΕ, C-115/09, Trianel , ECLI:EU:C:2011:289. 7 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ είναι δυνατόν να εξαρτάται«από προϋποθέσεις η πλήρω­ ση των οποίων είναι δυνατή μόνον από φυσικά ή νομικά πρόσωπα[άλλα και από τις ΜΚΟ], όπως για παράδειγμα η προϋπόθεση ο ενδιαφερόμενος να γειτνιάζει περισσότε­ ρο ή λιγότερο προς την[επηρεαζόμενη] εγκατάσταση» (σκέψη 47). Μεγαλύτερης όμως σημασίας είναι η νομολογία που αφο­ ρά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε σχέση γενικά με θέ­ ματα προστασίας του περιβάλλοντος, δηλαδή σε σχέση με τα θέματα που δεν άπτονται των ουσιαστικών διατάξε­ ων της Σύμβασης του Ώρχους. Πράγματι, εφόσον η πρό­ σβαση στη δικαιοσύνη σε σχέση με τα θέματα αυτά εμπί­ πτει στο άρθρο 9(3) της εν λόγω σύμβασης, η προστασία που η ίδια η σύμβαση παρέχει στην πρόσβαση είναι, ανα­ λόγως, περιορισμένη. 20 Το ΔΕΕ ξεκαθάρισε πως το άρθρο 9(3) της Σύμβασης του Ώρχους στερείται άμεσου αποτελέσματος καθώς,«εφό­ σον μόνον‘τα μέλη του κοινού τα οποία πληρούν τα τυχόν προβλεπόμενα από[το] εθνικό δίκαιο κριτήρια’ μπορούν να έχουν τα δικαιώματα που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 3, η εκτέλεση ή τα αποτελέσματα αυτής της διάταξης εξαρτώνται από τη θέσπιση μεταγενέστερης πράξεως». 21 Συνεπώς, τα μέλη του κοινού και, ειδικότερα, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ, δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 9(3) από μόνο του για να εξασφαλίζουν πρόσβα­ ση στη δικαιοσύνη. Καθοριστική εξέλιξη στη νομολογία σημειώθηκε, ωστόσο, με την υπόθεση C-243/15, Lesoochranárske zoskupenie(LZ II). 22 Η υπόθεση αυτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9(2) της Σύμβασης του Ώρχους. Έδωσε όμως την ευκαιρία στο ΔΕΕ να εξετάσει την εφαρμογή του Χάρτη θε­ μελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ(ο«Χάρτης») κατά τρόπο που είχε ευρύτερη απήχηση. Στην απόφασή του, το Δικα­ στήριο, εφόσον επανέλαβε ότι η Σύμβαση του Ώρχους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης, διαπίστωσε ότι κράτος μέλος, όταν θεσπίζει κα­ νόνες δικονομικού δικαίου σχετικούς με τα ένδικα μέσα που παρέχονται για την άσκηση δικαιωμάτων τα οποία μια περιβαλλοντική ΜΚΟ αντλεί από την εν λόγω σύμβα­ ση, θεωρείται ότι εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή του Χάρτη και, πιο συγ­ κεκριμένα, του άρθρου 47 αυτού, το οποίο, μεταξύ άλλων, καθιερώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπι­ ον δικαστηρίου. Η απόφαση του ΔΕΕ στην LZ II επισφραγίζει έτσι δύο ση­ μαντικές εξελίξεις. Πρώτον, ενώ η Σύμβαση του Ώρχους είναι πράξη διεθνούς δικαίου σε ένα τομέα – το περιβάλ­ λον – συντρέχουσας αρμοδιότητας της ΕΕ και των κρατών μελών, η εφαρμογή της σύμβασης αυτής, στο βαθμό που άπτεται ζητημάτων σε σχέση με τα οποία η Ένωση έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, 23 αποτελεί υποχρέωση που πηγάζει από το ενωσιακό δίκαιο. Δεύτερον, η συνδυ­ ασμένη εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω σύμβασης και του άρθρου 47 του Χάρτη έχει ως αποτέλεσμα το δι­ καίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη να πρέπει απαραιτή­ τως να περιλαμβάνει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Στην υπόθεση Protect, 24 το ΔΕΕ άντλησε, σε σχέση με το άρθρο 9(3) της Σύμβασης του Ώρχους, τα συμπεράσματα από τη νομολογική εξέλιξη της LZ II. Έτσι, το γεγονός ότι το άρθρο 9(3), αυτό καθ’ εαυτό, στερείται άμεσου αποτελέ­ σματος κατά το δίκαιο της Ένωσης και παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για καθορισμό κριτηρίων για πρόσβαση του «κοινού» σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες έχει πλέ­ ον περιορισμένη σημασία, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο παράγει άμεσα αποτελέσματα 25 και επι­ βάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμά­ των που αντλούνται από το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμ­ βανομένων των διατάξεων του δικαίου του περιβάλλο­ ντος. Το Δικαστήριο έκρινε, ως εκ τούτου, ότι η φράση «τυχόν κριτήρια που καθορίζονται στο εθνικό του δίκαιο», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 9(3),«υποδηλώνει μεν ότι τα συμβαλλόμενα κράτη διατηρούν κάποια δια­ κριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης, πλην όμως δεν σημαίνει ότι αυτά μπορούν να επιβάλουν κριτήρια τόσο αυστηρά ώστε να καθίσταται στην πράξη αδύνατο στις οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος να προσβάλλουν τις πράξεις ή τις πα­ ραλείψεις στις οποίες αναφέρεται η ως άνω διάταξη» (σκέψη 48). Με τον τρόπο αυτό, χωρίς να καθορίζονται από το ίδιο το ενωσιακό δίκαιο οι συγκεκριμένοι δικονομικοί κανόνες που θα πρέπει να εφαρμόζονται, δημιουργείται υποχρέω­ ση προς τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τέτοιους κανόνες που να επιτρέπουν στις περιβαλλοντικές ΜΚΟ να έχουν πρόσβαση στα εθνικά δικαστήρια για να προσβάλλουν πράξεις ή παραλείψεις που θεωρούν ότι παραβαίνουν τις διατάξεις του περιβαλλοντικού δικαίου της ΕΕ και τις εφαρμοστικές τους διατάξεις του εθνικού δικαίου. ΣΥΜΠΈΡΑΣΜΑ Ενώπιον του ΔΕΕ, το δικαίωμα ενεργητικής νομιμοποίη­ σης των ΜΚΟ σε θέματα περιβαλλοντικού δικαίου της Ένωσης παραμένει περιορισμένο εξαιτίας των γενικότε­ ρων περιορισμών που υπάρχουν στην άσκηση ακυρωτι­ κής προσφυγής από μη προνομιούχους διαδίκους. Ωστό­ σο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ 20 Βλ. μέρος Ι πιο πάνω. 21 Βλ. υποθέσεις ΔΕΕ, C-240/09, Lesoochranárske zoskupenie (LZ I), ECLI:EU:C:2011:125, σκέψη 45, καθώς και ΔΕΕ, C-664/15, Protect , ECLI:EU:C:2017:987, σκέψη 45. 22 ΔΕΕ, C-243/15, Lesoochranárske zoskupenie (LZ II), ECLI:EU:C:2016:838. 23 Τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, όλα τα ζητήματα για τα οποία η ΕΕ έχει εκδώσει οδηγίες. 24 ΔΕΕ, C-664/15, Protect , ECLI:EU:C:2017:987. 25 Βλ. ΔΕΕ, C-556/17, Torubarov , ECLI:EU:C:2019:626, σκέψη 56, καθώς και ΔΕΕ, C-414/16, Egenberger , ECLI:EU:C:2018:257, σκέψη 78. 8 Locus standi των μη κυβερνητικών οργανώσεων σε περιβαλλον­τικά θέματα σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν τους κατεξοχήν φορείς που, μακριά από οικο­ νομικά και άλλα ιδιωτικά συμφέροντα, προωθούν το δη­ μόσιο συμφέρον της προστασίας του περιβάλλοντος, η νομολογία του ΔΕΕ, στηριζόμενη στη Σύμβαση του Ώρ­ χους που αποτελεί μέρος του δικαίου της ΕΕ, καθιέρωσε ευρεία νομιμοποίηση των οργανώσεων αυτών για να προσ­ φεύγουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε διαφορές που διέπονται από το περιβαλλοντικό δίκαιο της Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό, μέσω των προσφυγών τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και, όπου κρίνεται απαραίτητο από τα εν λόγω δικαστήρια, μέσω προδικαστικών παρα­ πομπών ενώπιον του ΔΕΕ δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, 26 οι ΜΚΟ έχουν την ευκαιρία να συμβάλουν καθοριστικά στην εφαρμογή του περιβαλλοντικού δικαίου υπό συνθή­ κες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ευρωπαϊκή Επιτροπή , ‘’Απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 για σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος’’ (17.2.2005) στο Publications Office of the European Union , ανακτήθηκε από: https://op.europa. eu/en/publication-detail/-/publication/4e01b791-43ca-48d4-b1dba17582c90e85/l anguage-el(τελευταία πρόσβαση στις 13.11.2020) Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ‘’Βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα στην ΕΕ και τα κράτη μέλη της’’ στο EUR-Lex Access to European Union Law (14.10.2020), ανακτή­ θηκε από: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX %3A52020DC0643&qid=1604850682603(τελευταία πρόσβαση στις 13.11.2020) Ευρωπαϊκή Επιτροπή,‘’Κανονισμός(ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευ ρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα’’ 2006, στο EUR-Lex Access to European Union Law , ανακτήθηκε από: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/ EL/TXT/?uri=CELEX%3A32006R1367(τελευταία πρόσβαση στις 13.11.2020) Πλιάκος, A., (2018)‘’ Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Θεσμικό& Ουσιαστικό Δίκαιο’’ Νομική Βιβλιοθήκη Ηνωμένα Έθνη, ‘ ’To Πρωτόκολλο του Κυότο για τις κλιματικές μεταβολές’’ Κυότο, 1997, στο EUR-Lex Access to European Union Law (04.04.2011), ανακτήθηκε από: https://eur-lex.europa.eu/legalcontent/EL/TXT/?uri=LEGISSUM%3Al28060(τελευταία πρόσβαση στις 13.11.2020) Ηνωμένα Έθνη, Οικονομική Επιτροπή των ΗΕ για την Ευρώπη, ‘’ Η Σύμβαση του Ώρχους για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα’’ , 1998 ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΕΚ, 25/62, Plaumann, ECLI:EU:C:1963:17 ΔΕΕ, C-321/95 P, Stichting Greenpeace Council(Greenpeace International) κ.α. κατά Επιτροπής , Απαράδεκτο, T-585/93, ECLI:EU:T:1995:147 ΔΕΕ, C-321/95 P, Stichting Greenpeace Council(Greenpeace International) κ.α. κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:1998:153 ΔΕΕ, C-115/09, Trianel , ECLI:EU:C:2011:289 ΔΕΚ, C-240/09, Lesoochranárske zoskupenie , ECLI:EU:C:2011:125 ΔΕΕ, C-583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.α. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου , ECLI:EU:C:2013:625 ΔΕΕ, C-274/12 P, Telefónica κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:2013:852 ΔΕΕ, C-456/13 P, T& L Sugars κ.α. κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:2015:284 ΔΕΕ, C‑615/13 P, ClientEarth κ.α. κατά EFSA , ECLI:EU:C:2015:489 ΔΕΕ, C-243/15, Lesoochranárske zoskupenie (LZ II), ECLI:EU:C:2016:838 ΔΕΕ, C-429/15, Danqua , ECLI:EU:C:2016:789 ΔΕΕ, C-664/15, Protect , ECLI:EU:C:2017:987 ΔΕΕ, C-57/16 P, ClientEarth κατά Επιτροπής , ECLI:EU:C:2018:660 ΔΕΕ, C-414/16, Egenberger , ECLI:EU:C:2018:257 ΔΕΕ, C-411/17, Inter-Environnement Wallonie , ECLI:EU:C:2019:622 ΔΕΕ, C-556/17, Torubarov , ECLI:EU:C:2019:626 ΔΕΕ, C-752/18, Deutsche Umwelthilfe , ECLI:EU:C:2019:1114 ΔΕΕ, Τ-330/18, Carvalho , ECLI:EU:T:2019:324 26 Για δύο πρόσφατα παραδείγματα αποφάσεων επί προ­ δικαστικών παραπομπών που έγιναν στο πλαίσιο προσφυ­ γών ΜΚΟ, βλ. ΔΕΕ, C-411/17, Inter-Environnement Wallonie , ECLI:EU:C:2019:622 και ΔΕΕ, C-752/18, Deutsche Umwelthilfe , ECLI:EU:C:2019:1114. 9 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ III. ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΊΑ: ΜΊΑ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΉ ΠΟΡΕΊΑ ΜΈΧΡΙ ΤΗ ΧΆΡΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ Απόστολος Βλαχογιάννης Νομικός Συνεργάτης στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει πώς το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος των περιβαλλοντι­ κών οργανώσεων έχει αντιμετωπιστεί στη Γαλλία από τα δικαστήρια και ιδίως το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας(εφεξής: Συμβούλιο), στο πλαίσιο των ιδιαιτερο­ τήτων και της ιστορίας του γαλλικού διοικητικού δικαίου. Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση του θέματος σκό­ πιμο είναι να αναφερθούμε σε δύο στοιχεία, που θα βοη­ θήσουν στην κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν. Κατά πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε οργάνωση (είτε με τη νομική μορφή της συνδικαλιστικής οργάνω­ σης, του σωματείου ή της ένωσης προσώπων) μπορεί στη Γαλλία να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά διοικητι­ κής πράξης που θίγει τον σκοπό της, όπως αυτός κατοχυ­ ρώνεται στο καταστατικό της. Συνεπώς, οι περιβαλλο­ ντικές οργανώσεις υπάγονται καταρχήν στο ίδιο καθεστώς, με αρκετές βέβαια αποχρώσεις. Αναγνωρίζε­ ται δηλαδή η δυνατότητα, μέσω της συλλογικής δράσης, να προστατευθεί ένα συλλογικό αγαθό, όπως το περι­ βάλλον. Κατά δεύτερον, στη Γαλλία έχει τεθεί σε ισχύ από το 2005 η Χάρτα για το Περιβάλλον, η οποία διαθέ­ τει συνταγματική ισχύ, καθώς σε αυτή παραπέμπει το Προοίμιο του Συντάγματος του 1958. Σύμφωνα με την επιστολή της τότε Υπουργού Περιβάλλοντος προς τον Καθηγητή Coppens, Πρόεδρο της ομώνυμης Επιτροπής, που προετοίμασε το κείμενο της Χάρτας, σκοπός της ήταν να προσδώσει συνταγματική ισχύ στις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την προστασία του περιβάλλοντος, διασφαλίζοντας έτσι τη συνεκτικότητα του δικαίου του περιβάλλοντος και αποτυπώνοντας την αναζήτηση της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών και των γενεών στο θέμα αυτό 27 . Κατά την εκτίμηση της ίδιας της Επιτροπής, η υιοθέτηση της Χάρτας επιβλήθηκε ως «μια ανάγκη της εποχής μας» 28 . Εντός αυτού του πλαισίου, το δικαίωμα προσφυγής για προστασία του περιβάλλοντος είναι ένα δικαίωμα κατοχυ­ ρωμένο νομολογιακά στη Γαλλία εδώ και πολλές δεκαετίες τόσο για τα φυσικά όσο και για τα νομικά πρόσωπα, πολύ πριν μάλιστα από την υιοθέτηση της Χάρτας του Περιβάλ­ λοντος, αλλά, ακόμα σημαντικότερα, πριν καν από την κύ­ ρωση από τη Γαλλία της Σύμβασης του Άαρχους(1998) το 2002. Προκειμένου συνεπώς, να γίνει κατανοητή η εξέλιξη του δικαιώματος, η περίοδος, η οποία αξίζει κατά κύριο λό­ γο να μελετηθεί, είναι ιδίως οι δεκαετίες ΄80 και ΄90(μέχρι και τις απαρχές της δεκαετίας ΄00), κατά τις οποίες το δικαί­ ωμα προσφυγής για περιβαλλοντικά θέματα διαπλάσθηκε και έλαβε τη μορφή, την οποία διαθέτει σε γενικές γραμμές ακόμα και σήμερα. Πλην ειδικότερης αναφοράς, επομένως, οι αναλύσεις που ακολουθούν καλύπτουν κατά κύριο λόγο τη συγκεκριμένη περίοδο. Για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τον βαθμό δικαστι­ κής προστασίας που παρέχει η γαλλική έννομη τάξη σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας θα πρέπει αρχι­ κά να διερευνήσουμε πώς εφαρμόζεται η έννοια του έννο­ μου συμφέροντος στα νομικά πρόσωπα, ιδίως στην ακυ­ ρωτική δίκη. Το ερώτημα δηλαδή που θα πρέπει κυρίως να απαντηθεί είναι υπό ποιες προϋποθέσεις περιβαλλο­ ντικές οργανώσεις δικαιούνται να προσφύγουν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, με σκοπό την ακύρωση ατομικών ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων που πλήτ­ τουν το περιβάλλον 29 . 1. ΤΟ ΈΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΈΡΟΝ ΕΝ ΓΈΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΚΥΡΩΤΙΚΉ ΔΊΚΗ Η δυνατότητα άσκησης αίτησης ακυρώσεως στη Γαλλία ( recours pour excès de pouvoir ) ισορροπεί παραδοσιακά μεταξύ δύο αντικρουόμενων σκοπών. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται η ανάγκη μιας διευρυμένης προσέγγισης των προϋποθέσεων του παραδεκτού, προκειμένου να δι­ αφυλαχθεί, μέσω της αποτελεσματικής δικαστικής προ­ στασίας κατά διοικητικών πράξεων, που πάσχουν από νο­ μικά ελαττώματα, η αρχή της νομιμότητας 30 . Από την 27 Lettre de mission adressée au Professeur Coppens par la Ministre de l’Ecologie et du Développement Durable, Roselyne Bachelot Narquin, Paris, 8 Juillet 2002. 28 Rapport de la Commission Coppens de la préparation de la Charte de l’environnement, 2004, σελ. 9. 29 Η δυνατότητα αυτή περιλαμβάνει πλέον και την ακύρωση νόμων μέσω της διαδικασίας της αποσ τολής(προδικασ τικού) ερωτήματος προς το Συνταγματικό Συμβούλιο για τη συνταγματικότητα νόμου ( question prioritaire de constitutionnalité – QPC). 30 René Chapus, Droit du contentieux administratif , 12 e édition, Montchrestien, 2006, σελ. 459. 10 ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΊΑ: ΜΊΑ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΉ ΠΟΡΕΊΑ ΜΈΧΡΙ ΤΗ ΧΆΡΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ άλλη, ελλοχεύει πάντα το«σκιάχτρο» της actio popularis 31 , η αποτροπή της οποίας κινητοποιεί συχνά την ευρηματι­ κότητα του δικαστή 32 . Η χρυσή τομή που έχει ανεύρει ο διοικητικός δικαστής και ιδίως το Συμβούλιο, προς γεφύ­ ρωση του χάσματος μεταξύ των δύο αυτών πόλων, είναι ο μετριασμός του δικαιώματος προσφυγής χάρη στη μεσο­ λάβηση της έννοιας του εννόμου συμφέροντος( intérêt à agir – qualité pour agir ). Πρόκειται όμως, ακριβολο­ γώντας, για έναν εύλογο μετριασμό και όχι για«στραγγα­ λισμό» του δικαιώματος. Η έννοια του εννόμου συμφέρο­ ντος διαπλάθεται, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη που διαπνέει τον δικαστή, με ευρύ και ελευθέριο τρόπο, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η απόλαυση του δικαιώματος στην πράξη, χωρίς όμως τούτο να αποκλείει την ύπαρξη στοχευμένων περιορισμών 33 . Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η έννοια του εννόμου συμφέροντος είναι νομολογιακής κατά κύριο λόγο επινόη­ σης και διάπλασης. Στην ακυρωτική δίκη γίνεται γενικά δε­ κτό, ιδίως ως προς τα φυσικά, αλλά και τα νομικά πρόσω­ πα, ότι πρέπει να θίγεται ένα πραγματικό, προσωπικό και θεμιτό συμφέρον κατά τρόπο άμεσο και βέβαιο 34 . Κατά τον 20ό αιώνα, το Συμβούλιο έχει ακολουθήσει μια τάση διεύ­ ρυνσης της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, η οποία περιλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα 35 . Ήδη από το 1906 ( Syndicat des patrons-coiffeurs de Limoges ), το Συμβούλιο έκρινε, ερμηνεύοντας με ευρύ τρόπο την έννοια του εννό­ μου συμφέροντος όπως και στην περίπτωση των χρηστών δημόσιων υπηρεσιών 36 , ότι απλοί πολίτες, εφόσον συστή­ σουν μια ένωση προσώπων, μπορούν να διεκδικήσουν την εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας και να υπερασπι­ στούν με αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντα που κρίνουν σκόπιμο. Με τη νομολογία του αυτή, η οποία έχει εμπλου­ τισθεί στην πορεία, το Συμβούλιο έχει αναδείξει την ανά­ γκη προάσπισης συλλογικών συμφερόντων με τα κατάλ­ ληλα μέσα και από τους κατάλληλους φορείς. Αυτή η τάση δεν θα μπορούσε φυσικά, έστω και σε μεταγενέστερη πε­ ρίοδο, να μην επεκταθεί και σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας. Σε αυτόν τον τομέα, η κινητοποίηση οργανώ­ σεων είναι ιδιαίτερα έντονη και άρα συνιστά ένα προνομι­ ακό πεδίο εφαρμογής της παραπάνω τάσης. 31 Camille Broyelle, Contentieux administratif, 5 e édition, LGDJ, 20172018, σελ. 73. 32 Bertrand Seiller, Droit administratif 1. Les sources et le juge , 2 e édition, Champs Université – Flammarion, 2004, σελ. 164. 33 Bernard Pacteau, Contentieux administratif , 7 e édition refondue, PUF, 2005, σελ. 157-158. 34 Βλ. αναλυτικά ως προς τις προϋποθέσεις René Chapus, Droit du contentieux administratif , 12 e édition, Montchrestien, 2006, σελ. 463-477. 35 Maxime Mignon,«Une évolution inachevée: la notion d’intérêt ouvrant le recours pour excès de pouvoir», D., Chronique, 1953, p. 122. 36 Syndicat des propriétaires et contribuables du quartier Croix-deSeguey-Tivoli , 21 décembre 1906, Rec. 962(Marceau Long/Prosper Weil/Guy Braibant/Pierre Delvolvé/Bruno Genevois, Les grands arrêts de la jurisprudence administrative , 18 e édition, Dalloz, 2011, σελ. 98). 2. ΤΟ ΈΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΈΡΟΝ ΕΙΔΙΚΌΤΕΡΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ Εν είδει συνολικής τοποθέτησης, η Γαλλία κατέχει, ήδη από τη δεκαετία του‘90, ως προς την κατοχύρωση του δικαιώ­ ματος προσφυγής σε περιβαλλοντικά ζητήματα μια περί­ οπτη θέση πανευρωπαϊκά. Παρότι κατατάσσεται στις χώ­ ρες που έχουν υιοθετήσει μια«ενδιάμεση προσέγγιση», δηλαδή δεν προβλέπουν μεν ένα είδος actio popularis , αλ­ λά απαιτούν την ύπαρξη ενός εννόμου συμφέροντος 37 , έχει φροντίσει να κατοχυρώσει νομολογιακά και να εγγυηθεί στην πράξη το δικαίωμα αυτό. Οι δε περιορισμοί που έχουν επιβληθεί ερμηνεύονται πάντα ελαστικά και ποτέ κατά τρόπο που να αποβαίνουν αποτρεπτικοί της προσφυγής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι έχει επιτραπεί σε ορ­ γανώσεις άλλων χωρών(ολλανδικές και ελβετικές ΜΚΟ) να προσφύγουν ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων 38 . Υπό το φως των παραπάνω παρατηρήσεων, πρέπει να αναφερθεί ότι συνιστά μια γενική αρχή του γαλλικού διοι­ κητικού δικαίου ότι τα νομικά πρόσωπα, προκειμένου να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον, το οποίο κατά τα άλλα ελλείπει από τα μέλη τους ορώμενα ατομικά, πρέπει να προσφεύγουν για ζητήματα που συνδέονται με τον σκοπό τους, όπως συγκεκριμένα αυτός καταγράφεται στο κατα­ στατικό τους. Πρόκειται για την αποκαλούμενη αρχή της ειδικότητας( principe de spécialité ). Η γενική αυτή αρχή εφαρμόζεται φυσικά και στο ζήτημα της προσφυγής ορ­ γανώσεων με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος. Με αυτόν τον τρόπο, καθίσταται δυνατό να ελεγχθεί συλ­ λογικά, με πρωτοβουλία συλλογικών οντοτήτων, η νομι­ μότητα πράξεων, τις οποίες ατομικά τα μέλη τους δεν θα μπορούσαν να προσβάλουν, υπό τον όρο όμως να πλήτ­ τονται οι καταστατικοί σκοποί τους. Όπως έχει διακηρύξει το Συμβούλιο ήδη από το 1987 ( Association pour la défense des sites et des paysages ), μία οργάνωση δικαιούται«με βάση το καταστατικό της να ζητήσει τον έλεγχο της νομιμότητας πράξεων, οι οποίες ενδέχεται να πλήξουν τον κοινωνικό της σκοπό( objet social ), όπως αυτός προσδιορίζεται καθαρά σε τούτο[στο καταστατικό]». Προκειμένου να φανεί η δυναμική της στά­ σης του Δικαστηρίου και η ελαστική ερμηνεία της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, στην οποία προβαίνει, θα αρ­ κεστούμε να επισημάνουμε μια ιδιαίτερα σημαντική από­ φαση( Clemenceau 2006). Με αυτήν, η Επιτροπή Αναστο­ λών, ενόψει της μεταφοράς του αεροπλανοφόρου Clemenceau προς διάλυση στην Ινδία, δέχτηκε, με αρκετά τολμηρό σκεπτικό, ότι λόγω των ποσοτήτων αμιάντου που διέθετε το πλοίο και παρά το γεγονός ότι οι επικείμε­ νοι κίνδυνοι αφορούσαν την προστασία του περιβάλλο­ ντος και της υγείας σε μέρος που βρισκόταν εκτός της Γαλλίας, οι αιτούσες ΜΚΟ(Greenpeace και άλλοι σύλλο­ γοι προστασίας από τον αμίαντο) διέθεταν έννομο συμφέ­ 37 Nicolas de Sadeleer/Gerhard Rolle/Miriam Dross, A ccess to Justice in Environmental Matters , ENV.A.3/ETU/2002/0030 Final Report, σελ. 24. 38 Michel Prieur et al., Droit de l’environnement , 7e édition, Dalloz, 2016, σελ. 171. 11 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ρον να ζητήσουν δικαστική προστασία, διότι στα κατα­ στατικά τους αναγραφόταν ως σκοπός«η προστασία του περιβάλλοντος σε πλανητική κλίμακα»(Greenpeace) και «η προστασία από τον αμίαντο σε εθνικό και διεθνές επί­ πεδο»(υπόλοιπες οργανώσεις). Ας εξετάσουμε όμως πιο αναλυτικά πώς κατοχυρώνεται νομοθετικά το δικαίωμα προσφυγής των περιβαλλοντι­ κών οργανώσεων(α) και πώς το δικαίωμα έχει διαπλασθεί νομολογιακά(β). 2α. Η νομοθετική κατοχύρωση του εν­ νόμου συμφέροντος των περιβαλλοντι­ κών οργανώσεων Πριν εισέλθουμε στην εξέταση των προϋποθέσεων προσ­ φυγής των περιβαλλοντικών οργανώσεων, όπως τις έχει διαμορφώσει η νομολογία, θα πρέπει πρώτα να επισημά­ νουμε ότι ιδίως τη δεκαετία που προηγήθηκε της υιοθέτη­ σης της Χάρτας του Περιβάλλοντος δημιουργήθηκε πα­ ράλληλα μια διαδικασία«απονομής έννομου συμφέροντος» ρυθμιζόμενη από τη νομοθεσία. Αυτή λειτουργεί κατά κύ­ ριο λόγο συμπληρωματικά, εντός του γενικού πλαισίου που είχε ήδη θέσει ιδίως το Συμβούλιο με τις αποφάσεις του κατά την προηγούμενη περίοδο. Το καθεστώς αναγνώρισης δημιουργήθηκε το πρώτον με τον νόμο της 10ης Ιουλίου 1976(άρθρο 40). Επί της ουσί­ ας, έλαβε τη σημερινή του μορφή με τον νόμο του 1995 σχετικά με την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλον­ τος(νόμος Barnier), ο οποίος δημιούργησε μια διαδικα­ σία διοικητικής έγκρισης/αναγνώρισης περιβαλλοντι­ κών οργανώσεων, η οποία ισχύει σε γενικές γραμμές ακόμα και σήμερα, τροποποιημένη και εμπλουτισμένη φυσικά, και η οποία οδηγεί στην χορήγηση ενός τεκμηρί­ ου εννόμου συμφέροντος, υπό ορισμένες βέβαια προϋ­ ποθέσεις. Η χορήγηση ή μη της αναγνώρισης ελέγχεται μάλιστα δικαστικά 39 μεταφέροντας έτσι το ζήτημα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας σε ένα άλλο πεδίο, πιο«κλασικό» και άρα πιο ευνοϊκό για τις οργανώ­ σεις(π.χ. έλεγχος της αιτιολογίας της πράξης απόρριψης της αναγνώρισης ή έλεγχος κατάχρησης εξουσίας). Το άρθρο 5 του εν λόγω νόμου παρέσχε συγκεκριμένα τη δυνατότητα σε οργανώσεις που έχουν νομίμως συσταθεί και των οποίων οι δραστηριότητες, σύμφωνα με το κατα­ στατικό τους, αφορούν εν γένει την προστασία του περιβάλλον­ τος και άλλους συναφείς σκοπούς, εφόσον λειτουργούν επί τουλάχιστον τρία χρόνια, να ζητήσουν από τις αρμόδι­ ες αρχές την αποδοχή τους ως«αναγνωρισμένων οργανώ­ σεων»( associations agréées ). Με αυτό το καθεστώς, μπο­ ρούν να ζητήσουν αποζημίωση σε δίκη(πολιτική ή ποινική), η οποία αφορά προσβολή συλλογικών συμφερόντων που αυτές υπερασπίζονται, εφόσον τούτο 39 Raphaël Romi et al., Droit de l’environnement et du développement durable , 10e édition, LGDJ, 2018, σελ. 216. προκύπτει από παραβίαση διατάξεων ποινικού δικαίου σχε­ τικών με την προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος 40 . Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου κάθε επισήμως αναγνωρισμένη οργάνωση τεκμαίρεται ότι δια­ θέτει έννομο συμφέρον να προσφύγει εναντίον κάθε από­ φασης της Διοίκησης, η οποία έχει ευθεία σχέση με τον σκοπό και τις καταστατικές της δραστηριότητες και επι­ φέρει ζημιογόνες συνέπειες για το περιβάλλον σε όλη την επικράτεια ή μέρος της, ανάλογα με το γεωγραφικό εύρος της αναγνώρισης, το οποίο προσδιορίζει η σχετική πράξη. Η δυνατότητα περιλαμβάνει τόσο την ακύρωση μιας διοι­ κητικής πράξης όσο και την αποζημίωση για παράνομη πράξη ή παράλειψη της διοίκησης. Χαρακτηριστικά, στην απόφαση F.A.P.E.N. (1999), το Συμβούλιο αναίρεσε από­ φαση του Εφετείου της Νάντης, κατά το μέρος που είχε κρίνει ότι η αναγνώριση της οργάνωσης δεν σήμαινε ότι αυτή διαθέτει αυτοδικαίως έννομο συμφέρον και ότι εν τέλει, μετά από εξέταση του σκοπού της, δεν μπορούσε να προσβάλει την επίμαχη πράξη(άδεια δόμησης). Απαιτείται όμως, σε κάθε περίπτωση, η αναγνώριση να έχει προηγηθεί της έκδοσης της προσβαλλόμενης πρά­ ξης. Το δικαίωμα αυτό μάλιστα έχει επεκταθεί και σε πολε­ οδομικές διαφορές( ordonnance 2013-638 της 18ης Ιου­ λίου 2013), όπου γενικά το έννομο συμφέρον ερμηνεύεται με αρκετά στενό τρόπο 41 , υπό την προϋπόθεση όμως η οργάνωση να έχει καταθέσει το καταστατικό της στη νο­ μαρχία πριν την έκδοση της επίδικης πράξης(άρθρα 6001-1 και 600-1-2 Πολεοδομικού Κώδικα) 42 . 2 β. Η νομολογιακή διάπλαση της έννοιας του εννόμου συμφέροντος των περιβαλλοντικών οργανώσεων Πέρα από τη ρύθμιση του ζητήματος με νομοθετικές πρά­ ξεις(ιδίως αυτή του 1995) και τη δημιουργία ενός ειδικού καθεστώτος για συγκεκριμένες περιβαλλοντικές οργανώ­ σεις, η νομολογία του Συμβουλίου είχε ήδη ρυθμίσει το ζή­ τημα κατά τρόπο γενικό και συνολικό, ώστε κάθε οργάνω­ ση, αναγνωρισμένη ή μη, να δικαιούται να προσφύγει κατά διοικητικών πράξεων που απειλούν το περιβάλλον. Αυτή η νομολογία υπήρχε πριν από τις νομοθετικές ρυθμίσεις, τις ενέπνευσε και συνέχισε να εφαρμόζεται και μετέπειτα. Αυ­ τό ισχύει πολύ περισσότερο, δεδομένου ότι το Συμβούλιο 40 Σημειωτέον ότι ενώ στις πολιτικές δίκες, ακόμα και μη ανα­ γνωρισμένες οργανώσεις μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση, εφόσον θίγονται συμφέροντα που υπερασπίζεται η οργάνωση, στην περίπτωση της ποινικής δίκης γίνεται δυσκολότερα δεκτή η συμμετοχή μιας οργάνωσης ως πολιτικής αγωγής( partie civile ) και μόνο υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Εξίσου, βάσει του νόμου του 1995 οι αναγνωρισμένες οργανώσεις μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση εκπροσω­ πώντας φυσικά πρόσωπα που έχουν ζημιωθεί από κοινού από το ίδιο πρόσωπο, εφόσον δύο εκ των ζημιωθέντων δώσουν τη συγκατάθεσή τους. Βλ. σχετικά Michel Prieur et al., Droit de l’environnement , 7e édition, Dalloz, 2016, σελ. 172. 41 Michel Prieur et al., Droit de l’environnement , 7e édition, Dalloz, 2016, σελ. 171. 42 Βλ. σχετικά απόφαση Association Garches est à vous (2017). 12 ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΊΑ: ΜΊΑ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΉ ΠΟΡΕΊΑ ΜΈΧΡΙ ΤΗ ΧΆΡΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ έχει κρίνει σε ορισμένες περιστάσεις ότι η αναγνώριση δεν επαρκεί αφεαυτής για τη διαπίστωση έννομου συμφέρο­ ντος στην ακυρωτική δίκη( ASSAUPAMAR , 1997) 43 . Ακρογωνιαίος λίθος της σχετικής νομολογίας είναι η πλή­ ρωση μιας διπλής προϋπόθεσης, η οποία στηρίζεται στον σεβασμό δύο αρχών: α) της αρχής της ειδικότητας του σκοπού και β) της αρχής της«τοπικότητας» ή εγγύτητας. Σκόπιμο είναι τώρα να εξετασθεί ποιο ακριβώς είναι το πε­ ριεχόμενο της κάθε προϋπόθεσης με την παράθεση συγ­ κεκριμένων χαρακτηριστικών νομολογιακών παραδειγ­ μάτων. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Συμβούλιο, όταν δέχεται το έννομο συμφέρον, όπως είναι αναμενόμενο, δεν διατυπώνει σχετική ειδική κρίση, παρά μόνο αν η Διοί­ κηση επικαλεστεί την έλλειψή του 44 . Αντιθέτως, η έλλειψη εννόμου συμφέροντος είναι αυτή που αποτυπώνεται στη νομολογία και διαμορφώνει, εξ αντιδιαστολής, το περιε­ χόμενο των προϋποθέσεων. 2Β(1). Η ΑΡΧΉ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΌΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΎ Η εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας σχετίζεται με το ζήτημα της αμεσότητας του συμφέροντος, το οποίο θίγε­ ται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν πρόκειται για την προ­ σβολή ενός σκοπού που συνιστά τον λόγο ύπαρξης μιας οργάνωσης και όχι μια παρεμπίπτουσα ασχολία, εφόσον αυτός βέβαια αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο καταστατικό της. Ήδη από το 1976 το Συμβούλιο είχε δεχτεί ότι η οργά­ νωση«Amis de l’Ile de Groix»(Φίλοι της νήσου Groix) έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση άδειας οικο­ δομής που αφορά το νησί Groix στη Βρετάνη( Amis de l’Ile de Groix , 1976). Στην απόφασή του Communauté des communes du Pays Loudunais (2004), το Συμβούλιο αναί­ ρεσε απόφαση του Εφετείου του Μπορντώ, μεταξύ άλ­ λων, κατά το μέρος που το τελευταίο δεν περιορίστηκε στην εξέταση του σκοπού που υπερασπίζεται η οργάνω­ ση, αλλά έλαβε συμπληρωματικά υπόψη το γεγονός ότι μέλη της ήταν ντόπιοι φορολογούμενοι και η έδρα της βρισκόταν σε κοινότητα πλησίον του μέρους, όπου θα γι­ νόταν η επίδικη κατασκευή. Το Δικαστήριο κατέστησε έτσι με αυτή την απόφαση σαφές ότι μόνο ο σκοπός, και κανέ­ να άλλο συναφές στοιχείο, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του εννόμου συμφέροντος. Ως προς τους περιορισμούς που επιβάλλει η νομολογία, στην απόφαση Segustero(1988), το Συμβούλιο, αναλύο­ ντας τους σκοπούς της οργάνωσης, έκρινε ότι ο βασικός σκοπός της είναι η προστασία της χλωρίδας και της πανί­ δας και εν γένει του φυσικού περιβάλλοντος. Η προστα­ σία του περιβάλλοντος και των τοπίων δεν αναφερόταν παρά μόνο στο άρθρο ΙΙ του καταστατικού, ως μέσο επί­ τευξης του παραπάνω βασικού σκοπού, άρα αφορούσε μόνο το φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, η οργάνωση δεν διέθετε έννομο συμφέρον να προσβάλει απόφαση του νομάρχη, με την οποία δινόταν άδεια κατασκευής κτιρίου 43 Βλ. όμως παραπάνω απόφαση F.A.P.E.N. (1999). 44 Camille Broyelle, Contentieux administratif, 5 e édition, LGDJ, 20172018, σελ. 73. με 16 κατοικίες στο κέντρο του Sisteron 45 . Εξίσου, το όνο­ μα της οργάνωσης δεν θεμελιώνει από μόνο του έννομο συμφέρον, αν δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό της, όπως καταγράφεται στο καταστατικό. Η οργάνωση ενάντια στον αποχαρακτηρισμό και την πώληση του υπαίθριου χώρου εκδηλώσεων του Saint-Germain-du-Bois δεν διαθέ­ τει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της άδειας κατασκευής ενός σουπερμάρκετ στον χώρο αυτό, καθώς σκοπός της, σύμφωνα με το καταστατικό της, είναι η προ­ στασία της ακίνητης δημόσιας περιουσίας της κοινότητας ( Association contre le déclassement et la vente du champ de foire de Saint-Germain-du-Bois , 1990). 2Β(2). Η ΑΡΧΉ ΤΗΣ ΕΓΓΎΤΗΤΑΣ Η αρχή της εγγύτητας ή«τοπικότητας» αποτελεί εφαρμο­ γή σε δικονομικό επίπεδο της αρχής της επικουρικότητας: το ένδικο μέσο πρέπει να ασκείται από τη γεωγραφικά πλη­ σιέστερη οργάνωση. Αποτελεί δηλαδή, υπό αυτήν την έν­ νοια, προέκταση στον χώρο της αρχής της ειδικότητας του σκοπού. Ο σκοπός της οργάνωσης και η πράξη θα πρέπει να εντάσσονται στον ίδιο κύκλο, κατά την καθιερωμένη έκ­ φραση του Commissaire du Gouvernement Chenot 46 . Μια οργάνωση που έχει σκοπό την αντιμετώπιση των επιπτώ­ σεων της δημιουργίας γραμμής TGV στον Νομό Indre-etLoire μπορεί να προσφύγει κατά της πράξης, με την οποία χαρακτηρίζονται οι αναγκαίες εργασίες κατασκευής της γραμμής ως έργο δημόσιας ωφέλειας, απαραίτητη προ­ ϋπόθεση για την απαλλοτρίωση στη συνέχεια εκτάσεων ( Association de défense des intérêts agricoles et fonciers concernés par l’implantation du train à grande vitesse en Indre-et-Loire , 1986). Αντίστοιχα, μεγάλος είναι ο αριθμός των αποφάσεων που δέχονται την ύπαρξη εννόμου συμφέ­ ροντος λόγω εγγύτητας της οργάνωσης, σε σημείο που δεν κρίνεται σκόπιμη η αναφορά σε κάθε μία από αυτές 47 . Ως προς τους περιορισμούς, μια οργάνωση που ασχολεί­ ται με την προστασία του περιβάλλοντος, της φύσης, της ζωής και της ποιότητας ζωής στην Περιφέρεια FrancheComté δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της άδειας δό­ μησης ενός χώρου κατοικιών και καταστημάτων στην πό­ λη Luxeuil-les-Bains( U.R.D.E.N. , 1985). Αν πάλι μια οργάνωση δεν περιλαμβάνει κάποιον γεωγραφικό περιο­ ρισμό στο καταστατικό της, τότε θεωρείται, παρά την όποια ενδεχομένως παραπλανητική ονομασία της, ότι αναφέρεται σε εθνικό επίπεδο και άρα δεν μπορεί να προσ­ βάλει άδειες δόμησης σε μια κοινότητα( Association Bretagne littoral environnement urbanisme bleu , 2004). Επίσης, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία εφαρμόζε­ ται και στο περιβάλλον, ομοσπονδίες οργανώσεων δεν 45 Για μια όμοια περίπτωση βλ. απόφαση Comité de l’Aude (1990). 46 Conclusions sous CE, 10 février 1950, Gicquel, Rec, p. 100. 47 Βλ. ενδεικτικά Association de défense de l’environnement et des sites de Bar et autres (1985), Comité de défense du plateau des Soudanes et de son environnement (1988), Comité de défense des espaces verts c/ S.A. Lama (1987) και Fédération des sociétés pour l’étude, la protection, l’aménagement de la nature dans le Sud-Ouest (1989). Jean Raymond, «En matière de défense de l’environnement: la qualité pour agir des associations et le recours pour excès de pouvoir», Revue Juridique de l’Environnement , n°4, 1991, σελ. 460-462. 13 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ μπορούν να προσβάλουν πράξεις, που έχουν τοπικό χα­ ρακτήρα. Κατά συνέπεια, κατά αυτών μπορούν να προσ­ φύγουν μόνο οργανώσεις-μέλη τους, που έχουν περισσό­ τερη εγγύτητα με τον τόπο, όπου εκδηλώνονται οι επιπτώσεις της πράξης. Επομένως, η γαλλική Ομοσπον­ δία εταιρειών για την προστασία της φύσης δεν μπορεί να υποκαταστήσει οργάνωση-μέλος της και να κινηθεί δικα­ στικά σε υπόθεση που αφορά επί της ουσίας μόνο την τε­ λευταία( Fédération française des sociétés de protection de la nature , 1986) 48 . Αντιστρόφως, μια οργάνωση που δραστηριοποιείται αποκλειστικά στον Νομό της Oise δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση μιας σειράς διαταγμάτων που τροποποιούν και συμπληρώνουν τον Πολεοδομικό Κώδικα, ο οποίος εφαρμόζεται σε όλη την επικράτεια( Association«regroupement des organismes de sauvegarde de l’Oise» , 1989). Αυτό μπορεί να το πράξει μια οργάνωση, της οποίας ο σκοπός είναι εθνικής εμβέλειας. Ωστόσο, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω διευκρινίσεις(βλ. υποσημείωση 18), το δικαστήριο δέχεται το έννομο συμ­ φέρον των οργανώσεων«Φίλοι της Γης» και«Φύση και Πρόοδος», οργανώσεων με γενικούς σκοπούς προστασί­ ας του περιβάλλοντος, να προσφύγουν κατά της κατα­ σκευής πυρηνικού αντιδραστήρα στην κοινότητα Nogentsur-Seine(Amis de la Terre, 1984) 49 . Άρα, διαπιστώνουμε ότι η εγγύτητα σχετικοποιείται από την έκταση των δυσ­ μενών συνεπειών στο περιβάλλον. Αν, επομένως, μια δραστηριότητα, που ασκείται τοπικά, ενδέχεται να βλάψει περισσότερες περιφέρειες ή το σύνολο της χώρας, τότε διευρύνεται ο κύκλος των εχόντων έννομο συμφέρον. 3. ΔΙΔΆΓΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΉ ΈΝΝΟΜΗ ΤΆΞΗ Διαπιστώνεται λοιπόν ότι η νομολογία του Συμβουλίου εί­ χε ήδη κατοχυρώσει στην πράξη, συνοδεύοντάς το βέβαια με ορισμένους περιορισμούς, το δικαίωμα προσφυγής των περιβαλλοντικών οργανώσεων και τούτο πολύ πριν από την υιοθέτηση της Χάρτας του Περιβάλλοντος, της οποίας η συνταγματική ισχύς αναγνωρίσθηκε ρητά και πά­ λι κατόπιν αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας ( Commune d’Annecy , 2006), καθώς και του Συνταγματικού Συμβουλίου(décision n° 2011-116-QPC, 8 avril 2011). Εδώ πρέπει πάντως να σημειωθεί επίσης ότι ακόμα και μετά την υιοθέτηση της Χάρτας, δεν αναγνωρίστηκε ένα γενικό δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια για θέματα προστα­ σίας του περιβάλλοντος, το οποίο θα μπορούσε να ασκη­ θεί από όλους τους πολίτες άνευ όρων 50 . 48 Βλ. επίσης Fédération des associations du Sud-Est pour l’environnement (1989). 49 Βλ. την παρόμοια μεταγενέστερη απόφαση Collectif antinucléaire 13 et autres (2012), όπου γίνεται κανονική ανάλυση των σκοπών της οργάνωσης και της τοπικής της εγγύτητας και γίνεται δεκτή, παρά την έλλειψη γεωγραφικού περιορισμού στο καταστατικό της, η προσφυγή κατά διατάγματος τερματισμού της λειτουργίας και αποξήλωσης πυρηνικού αντιδραστήρα στην κοινότητα Saint Paul-Lez-Durance. 50 Bertrand Mathieu,«La constitutionnalisation du droit de l’environnement. La Charte adossée à la Constitution française», Xèmes Journées juridiques franco-chinoises, 11-19 octobre 2006, σελ. 6-7. Μετά από τις παραπάνω αναλύσεις, θα ήταν χρήσιμο να προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τα διδάγματα που αντλούνται από τη γαλλική εμπειρία ως προς την κατανόη­ ση του περιεχομένου και της λειτουργίας της έννοιας του εννόμου συμφέροντος των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Κατά πρώτον, δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστηρίζαμε ότι η έννοια του εννόμου συμφέροντος έχει δώσει λαβή για μια πλούσια και σχεδόν εξαντλητική νομολογία, πλην με αρκετές αποχρώσεις 51 , ενίοτε δε και αντιφάσεις. Οι πρα­ κτικοί λόγοι που επιβάλλουν τη διαρκή ενασχόληση με την έννοια του εννόμου συμφέροντος(αποφυγή με κάθε μέσο της actio popularis και της συνακόλουθης υπερφόρ­ τωσης του δικαστικού πινακίου) οδηγούν συχνά τον δικα­ στή σε ad hoc πραγματιστικές κρίσεις 52 , που σχετικοποι­ ούν κάθε θεωρητική επεξεργασία. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια νομολογία κυμαινόμενη, που εξελίσσεται προσαρμοζόμενη στις ανάγκες της κοινωνίας. Ωστόσο, η έννοια του εννόμου συμφέροντος διαπλάθεται πάντα υπό το φως της εξυπηρέτησης και ενδυνάμωσης του δι­ καιώματος προσφυγής και άρα προστασίας του συλλογι­ κού συμφέροντος στο περιβάλλον. Κατά δεύτερον, συμπεραίνουμε ανεπιφύλακτα ότι η δια­ μόρφωση της έννοιας εμπεριέχεται σε αυτό που θα μπο­ ρούσαμε να αποκαλέσουμε«κυριαρχική σφαίρα εκτίμη­ σης του δικαστή». Στη Γαλλία, το Συμβούλιο δεν περίμενε την παρέμβαση του νομοθέτη(κοινού ή συντακτικού), για να κατοχυρώσει το αυτονόητο δικαίωμα προσφυγής των περιβαλλοντικών οργανώσεων, ειδικά στην ακυρω­ τική δίκη. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα επιφύλαξε στον εαυτό του το δικαίωμα της τελευταίας λέξης επ’αυ­ τού, διεκδικώντας την εξουσία τελικού καθορισμού της έννοιας. Χαρακτηριστικά, έχει υποστηρίξει ότι το άρθρο 2 της Χάρτας 53 δεν κατοχυρώνει άνευ ετέρου μία actio popularis ( Mme Bouguet , 2011). Έτσι, η νομολογία του ήταν πρόδρομος της προσέγγισης που ακολούθησε η Σύμβαση του Άαρχους(βλ. άρθρο 9 σε συνδυασμό με άρθρο 2 παρ. 5 54 ) αλλά και της υιοθέτησης της Χάρτας 51 René Chapus, Droit du contentieux administratif , 12 e édition, Montchrestien, 2006, σελ. 459. 52 Rapport du Conseil d’Etat de France, Le juge administratif et le droit de l’environnement, Congrès de Carthagène(2013), σελ. 11. 53 «Toute personne a le devoir de prendre part à la préservation et à l’amélioration de l’environnement.» 54 Art 2(5):“5.“The public concerned” means the public affected or likely to be affected by, or having an interest in, the environmental decision-making; for the purposes of this definition, nongovernmental organizations promoting environmental protection and meeting any requirements under national law shall be deemed to have an interest.” Art 9(2):“What constitutes a sufficient interest and impairment of a right shall be determined in accordance with the requirements of national law and consistently with the objective of giving the public concerned wide access to justice within the scope of this Convention. To this end, the interest of any non-governmental organization meeting the requirements referred to in article 2, paragraph 5, shall be deemed sufficient for the purpose of subparagraph(a) above. Such organizations shall also be deemed to have rights capable of being impaired for the purpose of subparagraph(b) above.” 14 ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΊΑ: ΜΊΑ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΉ ΠΟΡΕΊΑ ΜΈΧΡΙ ΤΗ ΧΆΡΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ του Περιβάλλοντος 55 και διατηρήθηκε και στη συνέχεια. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι βασικές αρχές της σχετικής νομολογίας δεν μεταβλήθηκαν ουσιωδώς ούτε τη μία ούτε την άλλη χρονική στιγμή, αλλά ακολούθησαν μια σχετικά αυτόνο­ μη πορεία και εξέλιξη, η οποία όμως πάντα έμενε πιστή στις απαιτήσεις των καιρών. Κατά τρίτον, η γαλλική προσέγγιση αναδεικνύει τις ιδιαι­ τερότητες του ζητήματος και τη συνθετότητα της αντιμε­ τώπισής του. Υπέρμαχος μιας αρκετά γενναιόδωρης προ­ σέγγισης απέναντι σε οργανώσεις που διεκδικούν δικαστικά την προστασία του περιβάλλοντος, το Συμβού­ λιο δεν διστάζει να θέσει και τα απαραίτητα όρια. Αναγνω­ ρίζει ρητά το δικαίωμα, αλλά το περιχαρακώνει. Θεωρώ ότι αυτή η απόπειρα εξισορρόπησης κρίνεται συνολικά επιτυχημένη και αρκούντως ρεαλιστική, σε βαθμό που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο και για άλλες έννομες τά­ ξεις. Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι, όπου παρε­ νέβη ο νομοθέτης, υιοθέτησε ουσιαστικά τις υποδείξεις της νομολογίας. Εν κατακλείδι, το γαλλικό παράδειγμα πρέπει να μας εμπνεύσει, καθώς εκεί έγινε πολύ νωρίς κατανοητό ότι συλλογικά συμφέροντα, όπως είναι κατεξοχήν η προστα­ σία του περιβάλλοντος, δεν μπορούν να προστατευθούν με αποτελεσματικό τρόπο ατομικά και μεμονωμένα, αλ­ λά επιβάλλουν κοινή και συλλογική δράση. Η αναγνώριση, μέσω της δικαστικής ερμηνείας, του εννόμου συμφέρο­ ντος στις οργανώσεις που μάχονται για το περιβάλλον εί­ ναι πρωταρχική ανάγκη και βασικό μέσο για την επίτευξη των ουσιαστικών στόχων που τίθενται με όλο και μεγαλύ­ τερη πυκνότητα, ήδη από τη δεκαετία του‘90, σε διεθνές, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Όλοι αυτοί οι στόχοι θα έμεναν σε μεγάλο βαθμό κενό γράμμα, αν δεν συνοδεύ­ ονταν παράλληλα από την κατοχύρωση στην πράξη του δικαιώματος προσφυγής εκείνων των οργανώσεων που έχουν θέσει ως μέλημά τους ακριβώς την επίτευξή τους. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Maxime Mignon,«Une évolution inachevée: la notion d’intérêt ouvrant le recours pour excès de pouvoir», D., Chronique, 1953, p. 121-126 Jean Raymond,«En matière de défense de l’environnement: la qualité pour agir des associations et le recours pour excès de pouvoir», Revue Juridique de l’Environnement, n°4, 1991, pp. 453-463 Nicolas de Sadeleer/Gerhard Rolle/Miriam Dross, Access to Justice in Environmental Matters, ENV.A.3/ETU/2002/0030 Final Report Bertrand Seiller, Droit administratif 1. Les sources et le juge, 2 e édition, Champs Université – Flammarion, 2004 Rapport de la Commission Coppens de la préparation de la Charte de l’environnement, 2004 Bernard Pacteau, Contentieux administratif, 7 e édition refondue, PUF, 2005 55 Όπως έχει γίνει δεκτό, η Χάρτα είχε κυρίως ως αποτέλεσμα να προσδώσει συνταγματική ισχύ σε αρχές, που ήδη είχαν κατοχυρωθεί σε νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα και επικυρωθεί από τον δικαστή(βλ. Conclusions du Commissaire du Gouvernement Aguila sous CE, Commune d’Annnecy , 2008). Bertrand Mathieu,« La constitutionnalisation du droit de l’environnement. La Charte adossée à la Constitution française», Xèmes Journées juridiques franco-chinoises, Paris 11-19 octobre 2006 René Chapus, Droit du contentieux administratif, 12 e édition, Montchrestien, 2006 Marceau Long/Prosper Weil/Guy Braibant/Pierre Delvolvé/Bruno Genevois, Les grands arrêts de la jurisprudence administrative, 18 e édition, Dalloz, 2011 Rapport du Conseil d’Etat de France, Le juge administratif et le droit de l’environnement, Congrès de Carthagène(2013) L es dossiers thématiques du Conseil d’État, Le juge administratif et le droit de l’environnement, juin 2015 Michel Prieur et al., Droit de l’environnement, 7e édition, Dalloz, 2016 Philippe Billet et al., Grands arrêts du droit de l’environnement, 1 re édition, 2017 Camille Broyelle, Contentieux administratif, 5 e édition, LGDJ, 2017-2018 Raphaël Romi et al., Droit de l’environnement et du développement durable, 10e édition, LGDJ, 2018 ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ CONSEIL D’ETAT Syndicat des patrons-coiffeurs de Limoges, 28 décembre 1906, Rec. 977 Amis de l’Ile de Groix, 31 décembre 1976, N° 03164 Amis de la Terre, 20 juin 1984, N° 35552 Union régionale pour la défense de l’environnement, de la nature, de la vie et de la qualité de la vie en Franche-Comté(U.R.D.E.N.), 26 juillet 1985, N° 35024 Fédération française des sociétés de protection de la nature, 15 janvier 1986, N° 48271 Association de défense des intérêts agricoles et fonciers concernés par l’implantation du train à grande vitesse en Indre-et-Loire, 16 avril 1986, N° 61000 Comité de défense des espaces verts c/ S.A. Lama, 28 janvier 1987, Rec. 20. Association pour la défense des sites et paysages, 28 octobre 1987, N° 58096 Association Segustero, 29 janvier 1988, N° 48 Association de défense de l’environnement et des sites de Bar et autres, 26 avril 1985, 26 février 1988, N° 47756 Association« regroupement des organismes de sauvegarde de l’Oise», 10 mars 1989, N° 83153 Fédération des associations du Sud-Est pour l’environnement, 21 juillet 1989, N° 95755 Fédération des sociétés pour l’étude, la protection, l’aménagement de la nature dans le Sud-Ouest, 9 octobre 1989, N° 82094. Association contre le déclassement et la vente du champ de foire de Saint-Germain-du-Bois, 5 février 1990, N° 88452 Association comité de l’Aude de la société de protection de la nature du Languedoc-Roussillone, 25 mai 1990, N° 104519 Association pour la sauvegarde du patrimoine martiniquais(ASSAUPAMAR), 9 décembre 1996, N° 155477 Fédération des associations de protection de l’environnement et de la nature des Côtes d’Armor(F.A.P.E.N.), 8 février 1999, N° 176779 Association Bretagne littoral environnement urbanisme bleu, 5 novembre 2004, N° 264819 Clemenceau, 15 février 2006, N° 288801 Commune d’Annnecy, 3 octobre 2008, N° 297931 Mme Bouguet, 3 août 2011, N o 330566 Collectif antinucléaire 13 et autres, 25 juin 2012, Ν ° 346395 Association Garches est à vous, 29 mars 2017, Ν ° 395419 15 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ IV. CYPRUS IN SEARCH OF ENVIRON­ MENTAL JUSTICE 56 : Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΉ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ AARHUS(1998) 57 ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌ ΔΊΚΑΙΟ Άρτεμις Γιορδαμλή , Διευθύνουσα Σύμβουλος του Ιδρύματος Λαόνα Ανταποκρίτρια για την Κύπρο σε έρευνα της ΓΔ Δικαιοσύνης(2020) για το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ Η 56 εισήγηση 57 αυτή γίνεται από τη σκοπιά της οποιασ­ δήποτε κυπριακής ΜΚΟ(Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης) που θέλει να καταφύγει σε νομικά μέτρα για περιβαλλο­ ντικά θέματα αλλά βρίσκει εμπόδια στο δρόμο της. Τα τελευταία 30 χρόνια διεύθυνα δυο περιβαλλοντικές ΜΚΟ, και χάρη στη νομική μου κατάρτιση, παρακολού­ θησα από κοντά την εξέλιξη της νομολογίας και της νο­ μοθεσίας ως προς το δικαίωμα προσφυγής περιβαλ­ λοντικών ΜΚΟ στη δικαιοσύνη. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στη δυνατότητα προσφυγής για έλεγχο της νομιμότητας ενεργειών της διοίκησης που επηρεά­ ζουν το περιβάλλον και κατ’ επέκταση την ποιότητα ζω­ ής όλων μας, παραβιάζοντας παράλληλα τις ενωσια­ κές μας υποχρεώσεις. Το αίσθημα ανήμπορης απογοήτευσης(frustration) είναι μεγάλο όταν μια ΜΚΟ όπως το Ίδρυμα Λαόνα για την Αναβίωση και Προστασία της Κυπριακής Υπαίθρου, έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκές και ιδιωτικές χορηγίες άνω του€0,5 εκ. κατά τη δεκαετία του’90, που επενδύθηκαν σε σχέδια, δημόσια και ιδιωτι­ κά κτίρια, κατάρτιση ατόμων και ανάπτυξη αγροτουρι­ σμού στην περιοχή Λαόνας- Ακάμα. Η απογοήτευση εί­ ναι έντονη όταν δεν έχεις ουσιαστικό δικαίωμα λέγειν (συμμετοχή σε αποφάσεις-participation) ούτε και έν­ δικης προσφυγής για το μέλλον και την προστασία της περιοχής. Η εισήγηση μου βασίζεται εν μέρει στις εμπειρίες των ΜΚΟ, αλλά επίσης και στα πορίσματα που προέκυψαν από πρόσφατη έρευνα που διεκπεραίωσα για λογαρια­ σμό της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης της ΕΕ ως προς το δικαίωμα των ΜΚΟ και πολιτών να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα. Πρόκειται για μια έρευνα που διεξάγεται κάθε 3-4 χρόνια και δημοσιεύ­ εται στον ιστότοπο της Γ.Δ. Δικαιοσύνης για καθοδήγηση των πολιτών και των ΜΚΟ ως προς τα περιβαλλοντικά τους δικαιώματα. Παράλληλος σκοπός της έρευνας είναι να διαπιστώσει τον βαθμό στον οποίο τα κράτη-μέλη 56 Ο τίτλος είναι εν μέρει δανεισμένος από τον τίτλο του συγγράμματος του Πολύβιου Πολυβίου,‘Cyprus in Search of a Constitution’, Λευκωσία 1976. 57 Σύμβαση του Άαρχους για την Πρόσβαση σε Πληροφορίες, τη Συμμετοχή του Κοινού στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για Περιβαλλοντικά Θέματα. Δανία, 25 Ιουνίου 1998. UNECE: UN Economic Commission. εφαρμόζουν τη Σύμβαση του Aarhus 58 . Αν δηλαδή, τα κράτη-μέλη έκαναν ρυθμίσεις τέτοιες στο εθνικό τους δίκαιο που να αναγνωρίζουν το δικαίωμα προσφυγής και το έννομο συμφέρον ομάδων πολιτών ή ΜΚΟ σε ζητήμα­ τα περιβάλλοντος. Έχει ανατεθεί σ’ ένα άτομο-ιδιώτη από κάθε κράτος-μέλος να ερευνήσει το θέμα στη χώρα του, και τα πορίσματα υποβάλλονται στη βάσανο της αξιολόγησης από ανώτερο εισαγγελικό αξιωματούχο ή ακαδημαϊκό. Το σύνολο των πορισμάτων όλων των κρα­ τών μελών αναμένεται να δημοσιευτεί εντός του 2021. Πριν καταπιαστώ με το θέμα καθεαυτό, επιτρέψτε μου ν’ αναφέρω υπό μορφή υπόμνησης κάποια καίρια σημεία για το Σύνταγμα της Κύπρου, το Σύνταγμα της Ελλάδας, και τις περιβαλλοντικές αντιλήψεις γενικότερα. Το Σύνταγμα της Κύπρου 59 που είδε το φως με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το 1960 είναι, όπως όλοι ξέρουμε, προϊόν πνευματικής διεργασίας της δεκαετίας του’50 κι απηχεί τους προβληματισμούς της εποχής εκείνης, όπως λ.χ. το δικαίωμα απεργίας, την παροχή κοινωνικής ασφάλισης σε όλους τους εργαζόμενους, την προστασία της ιδιωτικής περιουσίας, κλπ. Δεν υπήρχε ακόμα συνείδηση για την έννοια και σημασία του περιβάλλοντος, γι’ αυτό και δεν μας ξενίζει ότι το Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει καμιά σχετική αναφορά. Ωστόσο, στα 25-30 χρόνια που ακολούθησαν, και ήδη από το 1972 με τη Διάσκεψη της Στοκχόλμης 60 η έννοια του περιβάλλοντος ως κοινού αγαθού άρχισε ν’ αποκτά έδαφος. Εξ’ ου και το Σύνταγμα της Ελλάδας του 1975(μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας), περιέλαβε ειδική πρόνοια για το περιβάλλον που ενισχύθηκε με το Σύνταγμα του 1986. Το συγκεκριμένο Άρθρο 24 61 έχει ως εξής:‘’Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του, το κράτος έχει υποχρέωση 58 Ως άνω μν. 59 Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας 1960, Κυβερνητικό Τυπογραφείο 60 Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Ανθρώπινο Περιβάλλον(Στοκχόλμη, 1972). Βλ. Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος‘’Ο Δρόμος προς την παγκόσμια βιωσιμότητα’’ 04.06.2012 61 Σύνταγμα της Ελλάδας, 1986, Μέρος Δεύτερο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Άρθρο 24 16 CYPRUS IN SEARCH OF ENVIRONMENTAL JUSTICE: Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΉ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ AARHUS(1998) ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌ ΔΊΚΑΙΟ να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στα πλαίσια της αρχής της αειφορίας.’’ Μια τέτοια πρόνοια προφανώς ενισχύει τα δικαιώματα των πολιτών, είτε ως ατόμων ή οργανωμένων συνόλων. Το παγκόσμιο περιβαλλοντικό ενδιαφέρον κορυφώθηκε με την ιστορική πια Διάσκεψη του Ρίο 62 το 1992, γνωστή ως Earth Summit, η πρώτη ίσως στην οποία παρευρέθηκαν μαζί αρχηγοί κρατών και περιβαλλοντικές οργανώσεις για να εκφράσουν την ανησυχία τους για τον πλανήτη γη, για την πορεία της ανάπτυξης, τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, και την απειλούμενη βιοποικιλότητα. Είναι ενδιαφέρον ότι η όλη πρωτοβουλία ανήκε σ’ ένα συνταξιούχο, τον Maurice Strong(1929-2015), εμπνευστή και πρώτο διευθυντή της UNEP – της Οργάνωσης των ΗΕ για το Περιβάλλον. Αξίζει εδώ να υπενθυμίσω, επειδή θα συναντήσουμε ξανά αυτό τον όρο, ότι λέγοντας βιοποικιλότητα 63 (biodiversity) εννο­ ούμε όλους τους έμβιους οργανισμούς που μαζί συνθέ­ τουν και υποστηρίζουν τη ζωή στον πλανήτη μας. Η σύγ­ χρονη αντίληψη είναι ότι η βιοποικιλότητα είναι όπως ένα puzzle. Απομακρύνεις ένα κομμάτι κι αναπόφευκτα επη­ ρεάζεις κάτι άλλο: ψεκάζεις ζιζανιοκτόνο για να περιορί­ σεις τα αγριόχορτα στις φυτείες και σκοτώνεις τις μέλισσες που έκαναν την επικονίαση 64 ή τα σκουλήκια που εξαερί­ ζουν το χώμα. Η ανταπόκριση της Ελλάδας στο κάλεσμα εκείνων των καιρών, ήταν η ανασύσταση(κατά τη δεκαετία του‘90 65 ), του Ε’ Τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας, με απο­ κλειστική δικαιοδοσία σε θέματα αειφόρου ανάπτυξης και περιβάλλοντος, και με πρόεδρο του τον διαπρεπή συ­ νταγματολόγο Μιχαήλ Δεκλερή. Η πλούσια νομολογία που αναπτύχθηκε επι εποχής του, καθιέρωσε το πλαίσιο αρχών μέσα στο οποίο ο πολίτης και τα οργανωμένα σύ­ νολα μπορούν να διεκδικήσουν περιβαλλοντικά δικαιώ­ ματα, όχι μόνο για τους ίδιους αλλά ευρύτερα, και κατέ­ ταξε την Ελλάδα σε μια περίοπτη θέση πανευρωπαϊκά σε θέματα περιβαλλοντικού δικαίου 66 . 62 United Nations Conference on Environment and Development(Earth Summit)(3-14 June 1992, Rio de Janeiro, Brazil) 63 Σύμφωνα με το Άρθρο 2«Ορισμοί» της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα«ως βιολογική ποικιλότητα νοείται η ποικιλία των ζώντων οργανισμών πάσης προελεύσεως περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, χερσαίων, θαλασσίων και άλλων υδατικών οικοσυστημάτων και οικολογικών συμπλεγμάτων, των οποίων αποτελούν μέρος. Περιλαμβάνεται, επίσης, η ποικιλότητα εντός των ειδών, μεταξύ ειδών και οικοσυστημάτων». 64 Μπαμπινιώτης Γ.‘’Η μεταφορά της γύρης από τους στήμονες στον ύπερο, προκειμένου να γίνει η αναπαραγωγή του φυτού’’. Βλ. επίσης European Parliament ‘’What’s behind the decline in bees and other pollinators?’’ europarl.europa.eu.news/society, 03.12.2019 65 Το Ε’ Τμήμα αναδιαρθρώθηκε το 1991. Βλ. Σαρηγιάννης Γ. ’Ο Ρόλος του ΣτΕ στη διαμόρφωση του χώρου στην Αθήνα’, 2008. 66 Βλ. πρόλογο Ζακ Σαντέρ στο Δεκλερής M.,The Law of Sustainable Development: General Principles, Publications Office of The European Union, 2007, που βασίζεται εν μέρει στο‘’Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος’’ του ιδίου, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα. Αθήνα-Κομοτηνή 1996. Για ένα πιο επίκαιρο σχολιασμό βλ. Paraskevopoulos Y.,‘’Bypassing Αναφέρθηκα στην περίπτωση της Ελλάδας, απλά για σκοπούς υπενθύμισης-ενημέρωσης, όχι για σκοπούς σύγκρισης, αφού το δικαιϊκό μας σύστημα και οι συνταγ­ ματικές μας πρόνοιες επί του θέματος διαφέρουν κατά πολύ, κατά συνέπεια και η εξέλιξη της νομολογίας μας. Παραταύτα, η γενικότερη αναμόχλευση περί των περι­ βαλλοντικών ζητημάτων και των δικαιωμάτων του πολίτη, δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Κύπρο της δεκαετίας του ‘90. Εισηγούμαι ότι δεν είναι τυχαίο ότι το 1991 έχουμε την κλασσική πια απόφαση του δικαστή(τότε) και μετέπειτα Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Γεωργίου Πική για την κοινότητα των Πυργών 67 που επιδίωκε την αναστο­ λή άδειας λειτουργίας λατομείου στην περιοχή της. Με βάση το Άρθρο 7(1) του Συντάγματος 68 ‘’ο καθένας έχει δικαίωμα ζωής και σωματικής ακεραιότητας’’, ο κ. Πικής προέβαλε τη θέση ότι δικαίωμα στη ζωή σημαίνει και δι­ καίωμα στην υγιή επιβίωση του ανθρώπου στον χώρο όπου διαβιεί, δικαίωμα που πρέπει να τυγχάνει σεβασμού, οπότε παράγει έννομο συμφέρον όταν απειλείται. Δύο ενδιαφέρουσες πτυχές της απόφασής του είναι πρώ­ το, η θέση‘’ότι ο όρος ζωή ενέχει βιολογική έννοια η οποία σε σχέση με τον άνθρωπο περιλαμβάνει τη λειτουργία του ως οργανικού(ενβίου) μέρους του φυσικού περιβάλλο­ ντος 69 ’’. Με άλλα λόγια αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως μέ­ ρος της βιοποικιλότητας · η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι, η κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος μας, αναγνώ­ ριση έννομου συμφέροντος, μάλιστα υπό μορφή υποχρέ­ ωσης, στο κοινοτικό Συμβούλιο Πυργών να δραστηριο­ ποιείται για την υγεία των δημοτών του. Ωστόσο, η απόφαση δεν αναγνώρισε έννομο συμφέρον στις τοπικές ΜΚΟ, οργανώσεις και συνδέσμους των Πυργών, και απέρ­ ριψε τις δικές τους αιτήσεις για αναστολή. Ο Δικαστής κ. Φρίξος Νικολαΐδης, στις επίσης γνωστές αποφάσεις του , ΕΤΕΚ v. Κυπριακής Δημοκρατίας 70 και Φίλοι του Ακάμα v. Κυπριακής Δημοκρατίας 71 αμφότερες του 1996, επεξέτεινε το έννομο συμφέρον στο ΕΤΕΚ(Επι­ στημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου) να προσβάλει τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας στο Ξενοδοχείο Άνασ­ σα στον Ακάμα, βάσει των δια νόμου καθορισθέντων σκο­ πών του ΕΤΕΚ όπως ορίζονται στον ιδρυτικό του νόμο. Αναγνώρισε επίσης έννομο συμφέρον για προσβολή της ίδιας άδειας και σε οργανώσεις με σκοπό την προστασία του Ακάμα και της φύσης στο καταστατικό τους. Το Εφε­ τείο ανέτρεψε και τις δυο αποφάσεις στην αναθεωρητική Environmental Guarantees for Good: Constitutional Reform in Greece’’ Green European Journal, 19.12.2017 67 671/91 Κοινότητα Πυργών v. Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 10-12 68 Σύνταγμα της Κ.Δ., 1960, Άρθρο 7(1)‘’Καθένας έχει το δικαίωμα ζωής και σωματικής ακεραιότητας.’’ 69 Μν. αποφ. 671/91, σελ. 6 70 358/96 ΕΤΕΚ v. Κυπριακής Δημοκρατίας 71 359/96 Φίλοι του Ακάμα v. Κυπριακής Δημοκρατίας 17 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ έφεση ενώπιον του το 2000 72 . Στην περίπτωση του σωμα­ τείου Φίλοι του Ακάμα, ένα κύριο στοιχείο της απόρριψης ήταν ότι ενόσω δεν υπήρχε εγγύτητα χώρου, η νομιμοποί­ ηση θ’ αντιστοιχούσε με λαϊκή αγωγή( actio popularis ) 73 . Στην περίπτωση του ΕΤΕΚ, ο λόγος απόρριψης είναι πιο αμφισβητήσιμος: θεωρήθηκε ότι ο σκοπός του Επιμελη­ τηρίου όπως καθορίζεται δια νόμου 74 , αφορούσε οποιο­ δήποτε κλάδο της μηχανικής επιστήμης, και δεν περιλάμ­ βανε την ενασχόληση με θέματα περιβάλλοντος και την υπαγωγή τους στον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας 75 . Σή­ μερα, που το επάγγελμα της περιβαλλοντικής μηχανικής (environmental engineering) είναι σαφώς και γενικώς καθιε­ ρωμένο, θα ήταν δύσκολο να δεχθούμε αυτή τη θέση. Πάν­ τως, το αποτέλεσμα εκείνων των αποφάσεων ήταν να απο­ θαρρύνουν για 20 χρόνια τις ΜΚΟ από οποιαδήποτε προσφυγή στη δικαιοσύνη. Εμείς, στο Ίδρυμα Λαόνα , είχα­ με τότε μια προσφυγή ενάντια στη σκοπούμενη διαχείριση του Ακάμα, και μετά την απόφαση που προανέφερα, ο δι­ κηγόρος μας μάς συμβούλεψε να την αποσύρουμε. Σε σχέ­ ση με το ΕΤΕΚ(Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου), τολμώ να πω ότι πρόκειται για μη επαρκή κατα­ νόηση, εκ μέρους του δικαστηρίου, της σημασίας του περιβάλλ­οντος, το ότι δηλαδή το περιβάλλον και η βιο­ ποικιλότητα είναι το«κέλυφος ζωής» της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατά συνέπεια, ασφαλώς είναι θέμα επιστημονι­ κό και ασφαλώς εντάσσεται στα ενδιαφέροντα του ΕΤΕΚ ως συμβούλου του Κράτους σε επιστημονικά θέματα. Όμως, εις πίστη του, το Δικαστήριο αναγνώρισε την αναγκαιότητα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, και υπέδειξε ότι ‘’πρέπει να υπάρξει μια περιεκτική νομοθετική ρύθμιση του θέματος αφού δεν υπάρχει πρόνοια στο Σύνταγμα μας ανά­ λογη με το Άρθρο 24 του Ελληνικού Συντάγματος’’ 76 . Αυτή η ρύθμιση τουλάχιστο μερικώς, ήρθε έξωθεν. Την ιδέα ότι μια περιβαλλοντική ΜΚΟ μπορεί, και πρέπει να έχει locus standi (ενεργητική νομιμοποίηση στα ελληνικά), την εισήγαγε πανευρωπαϊκά η Σύμβαση του Aarhus, για την Πρόσβαση σε Πληροφορίες, τη Συμμετοχή του Κοινού στη Λήψη Αποφάσεων, και Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για Περιβαλλοντικά Θέματα 77 . Η Σύμβαση, εισήγαγε τρεις αρ­ χές ή πυλώνες, θεωρώντας τη διασφάλιση περιβαλλοντι­ κών δικαιωμάτων για την κοινωνία ως ένα τρίπτυχο πακέ­ το: πληροφόρηση, συμμετοχή στην απόφαση, και δικαίωμα παραπόνου. Σε πολύ μεγάλη συντομία, οι τρείς πυλώνες είναι: 1 ος πυλώνας: Το δικαίωμα οποιουδήποτε ατόμου ή οργά­ νωσης πολιτών(περιλαμβανομένων ΜΚΟ) στην περιβαλ­ λοντική πληροφόρηση χωρίς να έχει έννομο συμφέρον . Οι κρατικές υπηρεσίες οφείλουν να αναρτούν στην ιστο­ σελίδα τους, και να δίνουν στοιχεία, όταν τους ζητηθούν, σχετικά με περιβαλλοντικές αποφάσεις ή ενέργειες. Ως τέτοιες χαρακτηρίζονται αυτές που αφορούν –– βιοτικά ή αβιοτικά στοιχεία(νερό, έδαφος, ζώα κλπ.) –– παράγοντες που επηρεάζουν τα πιο πάνω στοιχεία όπως ενέργεια, θόρυβος, ραδιενέργεια, κ.α. –– ανθρώπινη υγεία και πολιτιστικοί χώροι ή κατασκευές στο βαθμό που επηρεάζονται από τους προαναφερθέντες παράγοντες 2 ος πυλώνας: Το δικαίωμα συμμετοχής του κοινού στη λή­ ψη αποφάσεων που αφορούν έκδοση αδείας από επίσημη αρχή για λειτουργία δραστηριότητας ή επιχείρησης που επηρεάζει το περιβάλλον. Με τον όρο‘συμμετοχή’ εννοεί­ ται η δυνατότητα έκφρασης άποψης με πρόσκληση της αρμόδιας αρχής, που αναρτάται στο διαδίκτυο της για ενημέρωση και απόψεις του κοινού, ή με σύγκληση ειδι­ κής σύσκεψης, γνωστής ως δημόσια διαβούλευση – public consultation. 3 ος πυλώνας: Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη του πολίτη ή συνόλων πολιτών(περιλαμβανομένων ΜΚΟ) μέ­ σω ιεραρχικής και/ή δικαστικής προσφυγής στα πλαίσια της εθνικής τους νομοθεσίας, να προσβάλουν παραβίαση του περιβαλλοντικού δικαίου. Η Κύπρος επικύρωσε τη Σύμβαση του Aarhus το 2003 με τον τρόπο που συνήθιζε μέχρι τότε, δηλαδή επικύρωση από τη Βουλή δια νόμου με απλή παράθεση του κειμένου της Σύμβασης στα αγγλικά, χωρίς καν να μεταφραστεί, και οπωσδήποτε χωρίς να περιέχονται στη σχετική νομοθε­ σία οποιαδήποτε μέτρα για εφαρμογή της 78 . Με την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, κατέ­ στη υποχρεωτική η υιοθέτηση του κοινοτικού κεκτημέ­ νου. Η υιοθέτηση της Σύμβασης του Aarhus από την ΕΕ το 2005 79 , την κατέστησε μέρος του κοινοτικού κεκτημένου (acquis communautaire) και άρα υποχρεωτική. Η πρώτη κοινοτική ενέργεια εφαρμογής του Aarhus, ακόμα και πριν την απόφαση επικύρωσης από την ΕΕ ήταν μια Οδηγία 80 για εφαρμογή του 1 ου πυλώνα της Σύμβασης, δηλαδή της πρόσβασης στην περιβαλλοντική πληροφόρηση, την οποία η Κύπρος υιοθέτησε με νόμο το 2004. 81 Το νομοθέ­ τημα αυτό αναγνωρίζει έννομο συμφέρον σε αιτητή πλη­ ροφοριών αν μια δημόσια αρχή αρνηθεί να δώσει, ή του δώσει ελλιπείς πληροφορίες. 72 Thanos Club Hotels v. Κυπριακής Δημοκρατίας ανάθ. έφεση αρ. 2710/2000 73 Ως ανωτέρω, αναθ. εφ. 2710/2000, σελ. 8, 9, 14 74 Περί Επιστημονικών και Τεχνικών Επιμελητηρίου Νόμος 224/90, άρθ. 5 αρμοδιότητες 75 Ως ανωτέρω. ανάθ. έφ. 2710/2000, σελ. 14 76 Ως ανωτέρω, αναθ. εφ. 2710/2000, σελ. 11 77 Παρόν κείμενο, υποσημείωση 2 78 Ν. 33(ΙΙ/2003) 79 Απόφαση 2005/370/EΕ 80 Οδηγία 2003/4/ΕΚ για Πρόσβαση του Κοινού σε Περιβαλλοντικές Πληροφορίες 81 Ν. 119(1)/2004, Ο Περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμος του 2004 18 CYPRUS IN SEARCH OF ENVIRONMENTAL JUSTICE: Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΉ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ AARHUS(1998) ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌ ΔΊΚΑΙΟ Όσον αφορά τoν 2 ο πυλώνα, δηλαδή τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, η Κύπρος δεν υιοθέτησε την κοινοτική Οδηγία 82 με ειδική νομοθεσία, αλλά μερίμνησε σε κάθε νομοθεσία που αφορούσε την έκδοση άδειας σε επιχειρη­ ματία για ενέργεια ή λειτουργία δραστηριότητας με περι­ βαλλοντικές επιπτώσεις, να προστεθούν πρόνοιες της Οδηγίας αυτής. Μεταξύ αυτών είναι και πρόνοια για δημο­ σιοποίηση της υποβληθείσας αίτησης με παράλληλο δι­ καίωμα του κοινού και των περιβαλλοντικών οργανώσε­ ων να λάβουν στοιχεία και να εκφράσουν απόψεις. Για τον 3 ο πυλώνα, δηλαδή την πρόσβαση ΜΚΟ στη δικαι­ οσύνη, η Κύπρος δεν έκανε κάτι ειδικό, μέχρι που ήρθαν ορισμένες ευρωπαϊκές οδηγίες με εξειδικευμένη αναφο­ ρά στα δικαιώματα των ΜΚΟ, τις οποίες η Κύπρος έπρεπε να εντάξει στη νομοθεσία της. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε σχετική πρόνοια στο Σύνταγμα μας, το κράτος επέλεξε να δώσει δικαιώματα στις περιβαλλοντικές ΜΚΟ μέσω ειδι­ κής νομοθετικής ρύθμισης σε κάθε νόμο με τον οποίο υιο­ θετούσε την αντίστοιχη κοινοτική οδηγία. Πρόκειται για: –– τον Νόμο περί Εκτίμησης των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων από Έργα(projects) του 2005 83 (που αναθεωρήθηκε το 2018) –– τον Νόμο περί Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης του 2003 που καταργήθηκε και είναι σήμερα ο Νόμος περί Βιομηχανικών Εκπομπών(Industrial Emissions) του 2013 84 –– τον Νόμο περί Περιβαλλοντικής Ευθύνης του 2007 85 Σ’ αυτές τις νομοθεσίες περιλήφθηκε πρόνοια που προέ­ βλεπε, σε σχέση με συγκεκριμένες πρόνοιες που καθορί­ ζονταν στον εκάστοτε νόμο, oτι οποιοδήποτε νομικό πρό­ σωπο στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό του οποίου ορίζεται η προστασία του περιβάλλοντος ως κύριος σκο­ πός της ίδρυσης του, θεωρείται ότι έχει έννομο συμφέρον σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Έτσι για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε στην Κύπρο το έν­ νομο συμφέρον των ΜΚΟ να προσβάλουν δικαστικά από­ φαση, παράλειψη, ή ενέργεια κάποιου κρατικού οργάνου, τμήματος, ή αρχής, που επηρεάζει το περιβάλλον. Το δι­ καίωμα όμως αυτό δόθηκε σε πολύ συγκεκριμένες – και περιορισμένες – περιπτώσεις. Για παράδειγμα, η νομοθε­ σία περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων από Έργα, στην αρχι­ κή της μορφή το 2005 Άρθρο 25 86 , αναγνώρισε έννομο συμφέρον και προνόησε για προσφυγή από περιβαλλο­ ντικές ΜΚΟ εναντίον αποφάσεων του Υπουργικού Συμ­ βουλίου καθώς και των Τμημάτων Περιβάλλοντος και Πο­ λεοδομίας. Αυτή ήταν μια ευρεία πρόνοια που φαινόταν να άνοιγε επιτέλους τις πόρτες για σύγχρονη αντιμετώπι­ ση του περιβάλλοντος. Δεν αξιοποιήθηκε από τις ΜΚΟ – ίσως ήταν κάτι πολύ πρωτόγνωρο- και δυστυχώς περιορί­ στηκε στα πλαίσια ευρύτερης αναθεώρησης αυτού του νόμου το 2018. Η νέα πρόνοια στο Άρθρο 48 87 που είναι αντίστοιχη με το παλιό Άρθρο 25, προνοεί ότι έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένης ΜΚΟ, το οποίο μπορεί να επηρεάζεται από απόφαση, πράξη ή παράλειψη, σε σχέση με τη χορήγηση περιβαλλοντικής έγκρισης. Το δικαίωμα προσφυγής αφορά όμως μόνο σε: –– απόφαση της Περιβαλλοντικής Αρχής να χορηγήσει έγκριση σε έργο, ή να μην ζητήσει να γίνει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε σχέση με κάποια δραστηριότητα ή –– μη σωστή εφαρμογή της απαιτούμενης ευκαιρίας που πρέπει να δοθεί στο κοινό για έκφραση άποψης Με άλλα λόγια, διαγράφτηκαν οι πρόνοιες που επέτρεπαν προσφυγή κατά του Υπουργικού Συμβουλίου ή της Πολε­ οδομικής Αρχής, και έμειναν μόνο οι περιπτώσεις που προανέφερα, που αφορούν αποφάσεις ή πράξεις του Τμή­ ματος Περιβάλλοντος. Οπότε φαίνεται οτι μια ΜΚΟ είναι άοπλη αν θέλει να προσβάλει ας πούμε, απόφαση του Τμήματος Δασών να επιτρέψει άνευ όρων σε έμπορες-υλο­ τόμους να κόψουν πάνω από 200 δένδρα προστατευμένης μαύρης πεύκης, χωρίς προηγουμένως να εξεταστεί η από­ φαση στα πλαίσια ενός σχεδίου διαχειριστικής κοπής όπως απαιτεί ο περί Δασών Νόμος 88 . Όσον αφορά το νόμο που προανέφερα περί Βιομηχανικών εκπομπών, οι προοπτικές των ΜΚΟ ήταν εξαρχής φειδω­ λές. Αναγνωρίστηκε έννομο συμφέρον με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος, μόνο σε περίπτωση μη ενημέρω­ σης του κοινού ή μη πρόσκλησης ενδιαφερόμενου σε δια­ βουλεύσεις. Ο μόνος νόμος που είναι πιο γενναιόδωρος και δεν βάζει περιορισμούς, είναι ο περί Περιβαλλοντικής Ευθύνης του 2007 και οι τροποποιήσεις του. Αυτός ο νό­ μος αφορά σε περιβαλλοντική ζημιά που επιφέρει όχι το κράτος, αλλά ένας φορέας εκμετάλλευσης σε περιοχές Natura 2000, ακτές, δάση, κλπ., ή σε προστατευμένα είδη, και καθιερώνει διοικητικό πρόστιμο μέχρι€200.000 για ανυπακοή στη λήψη μέτρων προς αποφυγή ζημιάς 89 . Η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία προβλέπει ότι οι φορείς εκ­ μετάλλευσης πρέπει να είναι ασφαλισμένοι για να μπορούν να πληρώσουν το πρόστιμο – πράγμα που δεν πιστεύω ότι γίνεται επαρκώς στον τόπο μας. Σύμφωνα με αυτό τον Νόμο, οι ΜΚΟ θεωρούνται ότι έχουν έννομο συμφέρον εναντίον του Τμήματος Περιβάλλοντος για μη λήψη ή ανεπαρκή 82 Οδηγία 2003/35/ΕΚ σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον. 83 N. 140(Ι)/2005 ανάθ. Ν. 127(Ι)/2018 84 Ν. 56(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 184(I)/2013 85 Ν. 189(1)/2007 86 Ν. 140(1)/2005 σελ.4 87 Ν. 127(1)/2018 Νόμος που αναθεωρεί τους περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα‘Εργα νόμους, άρθ. 48(α),(β),(γ) 88 Ν. 25(I)/2012, Μέρος V, Διαχειριστικά Σχέδια 89 Ν. 189(1)/2007 περί Περιβαλλοντικής Ευθύνης όσον αφορά την Πρόληψη και Αποκατάσταση Περιβαλλοντικής Ζημιάς, άρθρα 14 και 17 19 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ λήψη μέτρων εναντίον του αδικοπραγούντος, ή για μη έγκαιρη ή επαρκή αποκατάσταση. Μέχρι στιγμής ενεργο­ ποιήθηκε μόνο μια φορά η νομοθεσία αυτή, χωρίς να επι­ βληθεί πρόστιμο 90 . Βλέπουμε λοιπόν ότι η αναγνώριση δικαιωμάτων προς ΜΚΟ έγινε με το σταγονόμετρο. Και ακόμα και γι’ αυτά τα δικαιώματα εγείρονται ερωτηματικά ως προς την πραγ­ ματική δυνατότητα που προσφέρουν. Συγκεκριμένα, δε­ δομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις η άποψη του Τμήμα­ τος Περιβάλλοντος είναι μία από πολλές που εξασφαλίζονται από το Τμήμα Πολεοδομίας πριν εκδώσει πολεοδομική άδεια, και δεδομένου ότι ο προσφεύγων βά­ σει του Συντάγματος δεν μπορεί να προσφύγει πριν ολο­ κληρωθεί η πράξη/απόφαση, το υπεύθυνο τμήμα τελικής έγκρισης σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι το Τμήμα Περι­ βάλλοντος, αλλά το Τμήμα Πολεοδομίας. Όπως είδαμε όμως, μια περιβαλλοντική ΜΚΟ νομιμοποιείται βάσει του Άρθρου 48 του νέου Νόμου του 2018, για περιβαλλοντική επίπτωση από έργα μόνο σε προσφυγές κατά του Τμήμα­ τος Περιβάλλοντος. Παρόμοιες αμφισβητήσεις εγείρο­ νται με το δικαίωμα προσφυγής κατά της μη ορθής εξ­ άσκησης από ένα τμήμα της υποχρέωσης για δημόσια συμμετοχή. Η πράξη, δηλαδή η πρόσκληση για έκφραση απόψεων, κανονικά θεωρείται μια προπαρασκευαστική πράξη που οδηγεί προς την τελική απόφαση της υπεύθυ­ νης αρχής. Είναι δυνατόν να προσφύγει σχετικά μια ΜΚΟ; Kι αν ναι, δεν θα πρέπει να περιμένει να ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία έγκρισης; Δηλαδή οι διαδικασίες θα συνε­ χίζουν ενώ ένα προηγούμενο κομμάτι της ίσως να πήγε στραβά οπότε το λάθος γίνεται δύσκολα αναστρέψιμο. Ώστε, έστω κι αν κερδίσει η ΜΚΟ θα είναι η περίπτωση που κερδίζεις τη μάχη, αλλά έχασες τον πόλεμο. Θα μπορούσε κάποιος να εισηγηθεί ότι οι ΜΚΟ πρέπει να πάρουν το θάρρος να προχωρήσουν σε προσφυγές, για να τεθεί και να εξεταστεί ενώπιον των δικαστικών αρχών αν και πόσο αποτελεσματικά νομιμοποιούνται οι ΜΚΟ σ’ αυτές τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που η(Ευρωπαϊκή) νομοθεσία τους έδωσε δικαιώματα. Αλλά οι έγνοιες των ΜΚΟ δεν περιορίζονται μόνο στο πώς θα ερμηνευτούν τα προαναφερθέντα έννομα συμφέροντα. Τους απασχολούν και άλλα ζητήματα που προνοούνται στη Σύμβαση του Aarhus, αλλά δεν εφαρμόζονται στη Χώρα μας. Αναφέρω συγκεκριμένα: –– Πρόσβαση σε γρήγορη διαδικασία 91 . Όλοι ξέρουμε τις καθυστερήσεις που επικρατούν. Το γεγονός ότι περιβαλλοντικές προσφυγές θα πάρουν σειρά με όλες τις άλλες προσφυγές κατά του κράτους, δεν προσφέρει περιθώρια γρήγορης εκδίκασης σε σύγκριση με άλλα ΚΜ που διαθέτουν περιβαλλοντικά δικαστήρια ή επιταχυμένες διαδικασίες- διότι όντως οι περιβαλλοντικές 90 Επιστολή Τμήματος Περιβάλλοντος, 9.12.2020 (απόσπασμα)….‘’Ο Νόμος ενεργοποιήθηκε μια φορά για την μεταφορά ελαστικών. Δεν επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο με βάση τον νόμο’’ 91 Άρθρο 9 της Σύμβασης παραβάσεις θέλουν γρήγορους χειρισμούς. Και εγείρεται το δίλημμα, ποιο θα είναι πιο αποτελεσματικό για μια ΜΚΟ; προσφυγή στο κυπριακό δικαστήριο, με όλες τις καθυστερήσεις ή καταγγελία στην Ευρώπη; Έχοντας πάντα υπόψη ότι οι Βρυξέλλες δεν θ’ ασχοληθούν με το θέμα αν εκκρεμεί προσφυγή σε εθνικό επίπεδο. –– Δεν υπάρχει σχεδόν ποτέ δυνατότητα εξασφάλισης συντηρητικού διατάγματος. Λέω«σχεδόν», διότι μέχρι τώρα ήταν σπάνιο να δοθεί σε ιδιώτες και μόνο αφού κατατεθεί εγγύηση για την απώλεια της άλλης πλευράς. Αν και υπήρξε πρόσφατη περιβαλλοντική περίπτωση, στην οποία θ’ αναφερθώ, όπου παραχωρήθηκε αναστολή έγκρισης χωρίς εγγύηση, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι η αίτηση για συντηρητικό διάταγμα γίνεται μόνο μέσα στα πλαίσια ευρύτερης προσφυγής και δεν στέκει από μόνη της, άρα είναι ήδη δύσκολο εγχείρημα αφ’ εαυτού. –– Άλλο θέμα είναι αυτό των εξόδων. Μια ΜΚΟ που αναλαμβάνει προσφυγή δεν θα κερδίσει κάτι η ίδια. Θα κερδίσει η περιοχή ή η χώρα ή ένα σπάνιο είδος που κινδυνεύει κι αποτελεί κληρονομιά όλων μας (ας πούμε η απειλούμενη μαύρη πεύκη ή οι θαλασσινές σπηλιές και η φώκια Monachus monachus ). Εντούτοις, καλείται η ΜΚΟ να επωμιστεί όλα τα δικηγορικά της έξοδα, και χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων, σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής, ποια άλλα έξοδα θ’ αντιμετωπίσει. Επίσης, ο Δικηγορικός Σύλλογος δεν επιτρέπει στα μέλη του να προσφέρουν δωρεάν εργασία(pro bono). Είναι σύνηθες σε άλλα ΚΜ, τα έξοδα των ΜΚΟ να καλύπτονται από το κράτος (μολονότι οι ΜΚΟ προσφεύγουν εναντίον του) διότι αναγνωρίζεται ότι οι ΜΚΟ εκτελούν υπηρεσία προς την πολιτεία, παρακολουθώντας τη σωστή υλοποίηση της νομοθεσίας από τις αρμόδιες αρχές. –– Το γεγονός ότι μία περιβαλλοντική προσφυγή ακολουθεί τις διαδικασίες για προσφυγές γενικά επίσης δημιουργεί δυσκολίες. Σημαίνει ότι κατά την εξέταση της υπόθεσης, η έδρα περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της διαδικασίας όπως εμφανίζεται στον φάκελο της υπόθεσης και δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία, ούτε να εξετάσει εμπειρογνώμονες, αντίθετα με την πρακτική σε άλλα ΚΜ. Ακούγεται ίσως παράδοξο ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δικαιούται να υπεισέλθει στην ουσία μιας προσφυγής που αφορά ένα άτομο, όπως λ.χ. μια προσφυγή για φορολογικά θέματα ή για αίτηση ασύλου, αλλά δεν έχει αυτή τη δυνατότητα για θέματα περιβάλλοντος που επηρεάζουν πολλούς. Όπως φαίνεται λοιπόν, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ έχουν πολλά εμπόδια να υπερπηδήσουν για να εξασκήσουν αποτελεσματικά ακόμα και τα περιορισμένα δικαιώματα που τους παραχωρήθηκαν από τους συγκεκριμένους νό­ μους που προαναφέρθηκαν. Κι αν μια ΜΚΟ επιδιώξει να προσφύγει εναντίον μιας διοικητικής ενέργειας που δεν εμπίπτει σ’ αυτά τα περιορισμένα δικαιώματα(ξαναθυμί­ 20 CYPRUS IN SEARCH OF ENVIRONMENTAL JUSTICE: Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΉ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ AARHUS(1998) ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌ ΔΊΚΑΙΟ ζω το Τμήμα Δασών και την παράτυπη αδειοδότηση κο­ πής της μαύρης πεύκης), συνεχίζει να υπάρχει το ερώτημα πως θ’ αντιμετωπιστεί από το Διοικητικό και/ή Ανώτατο Δικαστήριο; θα προχωρήσει η έδρα σε διευρυμένη ερμη­ νεία των δικαιωμάτων του Συντάγματος που απορρέουν από τα άρθρα 7(δικαίωμα ζωής), και 146(δικαίωμα προσ­ φυγής), χωρίς να προσκρούουμε στον εφιάλτη του actio popularis και στην κληρονομιά του δεδικασμένου που μας άφησε η απόφαση του Ανωτάτου για τους Φίλους του Ακάμα και το ΕΤΕΚ το έτος 2000; Ίσως αξίζει εδώ να σημει­ ώσω ότι σύμφωνα με τον Σακελλαρόπουλο 92 ή λαϊκή αγω­ γή είναι η πιο καθαρή μορφή λειτουργίας της δημοκρατί­ ας. Γι’ αυτο ίσως απαιτείται μια άλλη προσέγγιση στο θέμα. Προς το παρόν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε σχέση με άλλα κράτη της ΕΕ, ακόμα και μ’ εκείνα που όπως η Γαλ­ λία, δεν αποδέχονται τη λαϊκή αγωγή, τα δικαιώματα και οι συνθήκες των ΜΚΟ να προσφύγουν στη δικαιοσύνη εί­ ναι πιο ενθαρρυντικές απ’ ότι στη Χώρα μας. ΣΥΜΠΈΡΑΣΜΑ Θα ήθελα να τελειώσω με μια ελπιδοφόρα νότα και να πα­ ρατηρήσω ότι το Διοικητικό Δικαστήριο ερμήνευσε θετι­ κά σε πρόσφατες αποφάσεις την υποχρέωση της αρμόδι­ ας υπηρεσίας του κράτους, δηλαδή του Τμήματος Περιβάλλοντος, να κάνει ενδελεχή μελέτη επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και ακύρωσε αποφάσεις όπου τούτο δεν έγινε 93 . Ακόμα, εξέδωσε συντηρητικό διάταγμα υπέρ ιδιωτών κατά της αδείας χωροθέτησης σταθμού βενζίνης 94 , χωρίς καταβολή εγγύησης. Αλλά πρέπει ταυ­ τόχρονα να επισημάνω ότι πρόκειται για προσφυγές ιδι­ ωτών που υπεράσπιζαν τα συνταγματικά τους δικαιώμα­ τα σε υγιή ποιότητα ζωής, ανέσεις και απόλαυση της περιουσίας τους. Εκείνο που χρειαζόμαστε σήμερα, είναι να πάμε ένα βήμα παραπέρα: ν’ αναγνωρίσει το Δικαστή­ ριο ότι μια περιβαλλοντική ΜΚΟ που εδρεύει οπουδήπο­ τε ανά την Κύπρο έχει δικαίωμα να προσφύγει κατά του κράτους για μια ενδεχομένως εσφαλμένη αδειοδότηση που μπορεί να δίνεται σε developer στον Ακάμα ή σε ιδιο­ κτήτη ουρανοξύστη σε πόλη. Όταν οι επιπτώσεις δυνατόν να επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα, τη θαλάσσια ζωή, τη δημιουργία αποβλήτων που δύσκολα απορροφά ένας μι­ κρός τόπος ή όλα εκείνα τα άλλα που υποβιβάζουν το«κέ­ λυφος ζωής» μέσα στο οποίο όλοι ζούμε, δεν θα πρέπει να είσαι τοπική οργάνωση που θα βλαφτούν δικά σου ατομι­ κά συμφέροντα λόγω γειτνίασης, αρκεί να είσαι οργάνω­ ση που το καταστατικό σου περιλαμβάνει ως κύριο σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος. Ποια είναι η λύση; Μπορεί να προέλθει από τροποποίηση του Συντάγματος και εισαγωγή μιας πρόνοιας περί ευθύ­ νης για το περιβάλλον, όπως στην Ελλάδα; ή από νομοθε­ σία που αναγνωρίζει το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ γενι­ κότερα; ή από πιο εξειδικευμένες λύσεις, όπως η Χάρτα του Περιβάλλοντος της Γαλλίας; Προσωπικά, ίσως διότι ανήκω στη σχολή που πιστεύει ότι ένας συνταγματικός χάρτης είναι κάτι το ιερό στο οποίο θα επενέβαινες μόνο με πολλή περισυλλογή και για ύψιστο θέμα δημόσιου συμφέροντος, είμαι ως θέμα αρχής, ενάντια στην τροπο­ ποίηση του. Αν αναλογιστούμε όμως με πόση ευκολία τροποποιήσαμε τουλάχιστον 25 φορές το Σύνταγμα μας μέσα σε 60 χρόνια και δη για πιο ασήμαντους λόγους, η προστασία του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζούμε σί­ γουρα ανταποκρίνεται σε μια ύψιστη ανάγκη δημόσιου συμφέροντος. Γνωρίζω ότι το Κίνημα Οικολόγων έχει κα­ ταθέσει νομοσχέδιο για τροποποίηση του Άρθρου 7(1) του Συντάγματος που προβλέπει τα εξής:‘’Έκαστος έχει το δικαίωμα ζωής, σωματικής ακεραιότητας, και να ζει σε συνθήκες που διασφαλίζουν την προστασία της υγείας του, του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας’’ 95 . Αυτή η διατύπωση σίγουρα εισάγει το περιβάλλον στα δικαιώ­ ματα του πολίτη. Ξεπερνά όμως το πρόβλημα της εγγύτη­ τας ως παράγοντα του έννομου συμφέροντος; Αν θα τρο­ ποποιήσουμε το Σύνταγμα, πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι θα επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα. Δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον είναι μόνο ένα από τα κωλύματα που συναντούν οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ, μήπως μια άλλη προσέγγιση θα ήταν: καλύτερη εφαρμογή της Σύμβασης του Άαρχους σε όλα τα σημεία που αποκλίνει η Κύπρος; Αυτό προϋποθέτει ταυτόχρονη διεύρυνση της ερμηνείας που δίνεται από το Δικαστήριο ώστε να συνάδει με το πνεύμα του Άαρχους, μια και αποτελεί ήδη μέρος του κυ­ πριακού δικαίου. Το αφήνω στην κρίση σας. Ο κορωνοϊός μάς υπέδειξε πόσο μεγάλη σημασία έχει το υγιές περιβάλλον και η μη κατάχρηση της άγριας ζωής σε παγκόσμιο επίπεδο, πόσο μάλλον στον δικό μας χώρο. Μέχρι τώρα μετρούσαμε επικείμενες περιβαλλοντικές ζημιές κυρίως με οικονομικά μεγέθη, χωρίς να υπάρχει ο αντίλογος από την πλευρά της φύσης και του περιβάλλο­ ντος. Οι ΜΚΟ αποτελούν αυτό τον αντίλογο. Είναι ομάδες ατόμων με συνήθως εξειδικευμένες επιστημονικές γνώ­ σεις για τα περιβαλλοντικά, που μπορούν ν’ αποτελέσουν τους φρουρούς της κοινωνίας στο ζήτημα αυτό. Εισηγού­ μαι ότι η κοινωνία, το κράτος, και η Δικαιοσύνη έχουν ρό­ λο να παίξουν ώστε να δημιουργηθούν τέτοιες συνθήκες που να δώσουν αντίλαλο στη φωνή των ΜΚΟ. 92 Μουζουράκης, Π. κ.α.(επίμ.)‘’Τόμος Τιμητικός του Συμβουλίου της Επικρατείας’’, τόμος ΙΙ, 1979, σελ. 223, 304 93 Υποθ. αρ. 46/2017 Ταραμουντά και Στεφάνου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, και 78/2015 Ανδρέου κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας(υπόθεση Halliburton) που εκδόθηκαν και οι δυο το 2019 94 Υποθ. αρ. 651/2019, Εκκλησιαστική Αρχή Αγ. Νικολάου Πάνω Δευτεράς v. Κυπριακής Δημοκρατίας 95 Πρόταση Νόμου που τιτλοφορείται ο περί της Εικοστής Έκτης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2019. Βουλή των Αντιπροσώπων http://www.cna.org.cy/pdf/ ant/201909261543.pdf 21 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Δεκλερής, Μιχαήλ (1996) ‘’Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος: Αρχές της Βιωσίμου Αναπτύξεως’’ (έκδ.) Αντ. Ν. Σάκκουλα. ΑθήναΚομοτηνή Δεκλερής, Μιχαήλ (2007) ‘’The Law of Sustainable Development: General Principles’’ Publications Office of The European Union’ European Commission ‘’The Aarhus Convention’’ στο European Commission , ανακτήθηκε από: https://ec.europa.eu/environment/aar­ hus/(τελευταία πρόσβαση στις 11.12.2020) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (2012) ‘’Ο Δρόμος προς την παγκόσμια βιωσιμότητα’’ στο European Environment Agency (4.6.2012), ανακτήθηκε από: https://www.eea.europa.eu/el/sima­ ta-eop-2010/semata-2012/arthra/o-dromos-pros-ten-pagkosmia-biosi­ moteta(τελευταία πρόσβαση στις 11.12.2020) European Parliament (2019) ‘’What’s behind the decline in bees and other pollinators?’’ στο European Parliament (3.12.2019), ανακτή­ θηκε από: https://www.europarl.europa.eu/news/en/headlines/soci­ ety/20191129STO67758/what-s-behind-the-decline-in-bees-and-oth­ er-pollinators-infographic#:~:text=The%20decline%20does%20 not%20have,reducing%20food%20and%20nesting%20resources(τε­ λευταία πρόσβαση στις 11.12.2020) MIO-ECSDE (1992) Διεθνής Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα Μουζουράκης, Π. κ.α. (επιμ.),(1979)‘ ’Τόμος Τιμητικός του Συμβουλίου της Επικρατείας’ , τόμος ΙΙ, έκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2016 )‘Η επικονίαση δεν είναι μόνο επικονίαση’, στο Melissokomos.gr (01.03.2016), ανακτήθηκε από: https://melissokomos.gr/%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9% CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%83% CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%B­ D%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF-%CE%B5% CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1/(τε­ λευταία πρόσβαση στις 11.12.2020) Παρασκευόπουλος, Γιάννης (2017) ‘’Bypassing Environmental Guarantees for Good: Constitutional Reform in Greece’’ στο Green European Journal (19.12.2017), ανακτήθηκε από: https:// www.greeneuropeanjournal.eu/bypassing-environmental-guaran­ tees-for-good-constitutional-reform-in-greece/(τελευταία πρόσβαση στις 11.12.2020) Πολυβίου, Πολύβιος (1976) ‘Cyprus in Search of a Constitution’ Λευ­ κωσία. Σαρηγιάννης, Γεώργιος (2008) ’Ο Ρόλος του ΣτΕ στη διαμόρφωση του χώρου στην Αθήνα’ στο ‘Νόμος και Φύση’ (Μάρτιος 2008), ανακτήθηκε από: https://nomosphysis.org.gr/11305/o-rolos-touste-sti-diamorfosi-tou-xorou-stin-athina-martios-2008/(τελευταία πρόσβαση στις 11.12.2020) Σύνταγμα της Ελλάδας (1986) Μέρος Δεύτερο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα , Άρθρο 24 Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960). Κυβερνητικό Τυπογραφείο United Nations ‘‘United Nations Conference on Environment and Development, Rio de Janeiro, Brazil, 3-14 June 1992’’ , ανακτήθηκε από: https:// www.un.org/en/conferences/environment/rio1992(τελευταία πρό­ σβαση στις 11.12.2020) ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Κοινότητα Πυργών κ.α. v. Δημοκρατίας της Κύπρου κ.α., αρ. υποθ. 671/91 Κοινότητα Πυργών κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.(1991) 4 ΑΑΔ 3498 Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου v. Δημοκρατίας της Κύπρου, αρ. υπόθ. 358/96 Eπιστημονικό και Tεχνικό Eπιμελητήριο Kύπρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας(1998) 4 ΑΑΔ 746 Φίλοι του Ακάμα κ.α. v. Δημοκρατίας της Κύπρου, αρ. υπόθ. 359/96 «Φίλοι του Aκάμα» Σωματείο και Άλλοι ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (1998) 4 ΑΑΔ 767 Thanos Club Hotels v. Τεχνικό Επιμελητήριο και Δημοκρατίας της Κύ­ πρου, αρ. υπόθ. 2710/2000 Thanos Club Hotels Ltd και Άλλοι ν. Eπι­ στημονικού και Tεχνικού Επιμελητήριού Kύπρου και Άλλων(2000) 3 ΑΑΔ 323 Φίλοι του Ακάμα κ.α. v. Δημοκρατίας της Κύπρου, αρ. υπόθ. 2723/2000 Thanos Club Hotels Ltd και Άλλοι ν. EπιστημονικούTεχνικού Eπιμελητηρίου Kύπρου και Άλλων(2000) 3 ΑΑΔ 323 Ανδρέου κ.α. v. Δημοκρατίας της Κύπρου, αρ. υπόθ. 78/2015 ΑΝ­ ΔΡΕΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΣΜΕΣΩ TOΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜ­ ΒΟΥΛΙΟΥ, Υπόθεση Αρ. 78/2015, 28/1/2019 Ταραμουντά και Στεφάνου v. Δημοκρατίας της Κύπρου, αρ. υπόθ. 46/2017 ΤΑΡΑΜΟΥΝΤΑ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗ­ ΣΕΩΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 46/2017, 5/9/2019 Εκκλησιαστική Αρχή Αγ. Νικολάου Πάνω Δευτεράς v. Δημοκρατίας της Κύπρου, αρ. υπόθ. 651/2019 ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΤΩ ΔΕΥΤΕΡΑΣ κ.α. ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟ­ ΜΙΑΣ& ΟΙΚΗΣΕΩΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 651/2019, 4/6/2019 22 Κύρια συμπεράσματα ΚΎΡΙΑ ΣΥΜΠΕΡΆΣΜΑΤΑ –– Το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ σε περιβαλλοντικές προσφυγές ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (Ε.Δ.) ερμηνεύεται στενά λόγω άλλων περιορισμών που ισχύουν όσον αφορά προσφυγές γενικά. Παραταύτα, το Ε.Δ. βασισμένο στη Σύμβαση του Ώρχους που αποτελεί μέρος του κοινοτικού δικαίου, διαμόρφωσε νομολογία που αναγνωρίζει το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ. Κατά συνέπεια, ισχυροποιείται η θέση των περιβαλλοντικών ΜΚΟ να εγείρουν προσφυγές στα εθνικά τους δικαστήρια για διαφορές που υπόκεινται στο Ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό δίκαιο. –– Η προσέγγιση του γαλλικού δικαιϊκού συστήματος αξίζει να μελετηθεί καλύτερα καθώς έγινε πολύ νωρίς κατανοητό ότι συλλογικά συμφέροντα, όπως είναι κατεξοχήν η προστασία του περιβάλλοντος, επιβάλλουν κοινή και συλλογική δράση για να προστατευτούν αποτελεσματικά. Η αναγνώριση, μέσω της δικαστικής ερμηνείας, του έννομου συμφέροντος στις οργανώσεις που μάχονται για το περιβάλλον είναι βασικό μέσο για την επίτευξη των ουσιαστικών στόχων που αφορούν την περιβαλλοντική προστασία της κοινωνίας. Περαιτέρω, και παρότι το γαλλικό δίκαιο δεν αποδέχεται τη λαϊκή αγωγή τα δικαστήρια, χωρίς να περιμένουν την παρέμβαση του νομοθέτη, ανέπτυξαν νομολογία που να προσαρμόζεται στις ανάγκες της κοινωνίας, διαπλάθοντας ανάλογα την έννοια του έννομου συμφέροντος των ΜΚΟ. –– Στην Κύπρο, η απουσία συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος οδήγησε το δικαστήριο σε καινοτόμες ερμηνείες κατά τη δεκαετία του’90, συμβατές με το αναπτυσσόμενο περιβαλλοντικό πνεύμα της εποχής. Όμως, οι όποιες προοπτικές αναστάλθηκαν με την ακύρωση των σχετικών αποφάσεων το 2000. Εντούτοις, η ανάγκη περιβαλλοντικής προστασίας διευρύνθηκε πολύ έκτοτε σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ακόμα και στην Κύπρο, συγκεκριμένη ενωσιακή νομοθεσία που εντάχθηκε στο εθνικό δίκαιο των κρατώνμελών αναγνωρίζει(περιορισμένα) το έννομο συμφέρον των ΜΚΟ. Αυτές οι εξελίξεις θα πρέπει να οδηγήσουν σε ανασκόπηση της δικαστικής προσέγγισης στην Κύπρο, και διεύρυνση της δυνατότητας πρόσβασης των ΜΚΟ στη δικαιοσύνη. Μολονότι υπάρχουν κι άλλα ζητήματα που θα πρέπει να επιλυθούν για αποτελεσματική στήριξη των ΜΚΟ(όπως οικονομική αρωγή, έκδοση ανασταλτικών διαταγμάτων, και επίσπευση εκδίκασης) η ανάπτυξη νομολογίας ευνοϊκά διακείμενης προς ΜΚΟ είναι κεφαλαιώδης προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η περιβαλλοντική προστασία της κοινωνίας. Εν κατακλείδι: Η έκδοση αυτή και η συνδεδεμένη διαδικτυακή ημερί­ δα που τέθηκε υπόψη του δικαστικού και δικηγορικού σώματος, επιδιώκει να παράσχει το απαιτούμενο έναυ­ σμα για αποτελεσματική αναγνώριση του έννομου συμφέροντος των περιβαλλοντικών ΜΚΟ. Ξεκινώντας από διευρυμένες δικαστικές προσεγγίσεις και ερμηνεί­ ες, μπορεί να συνοδεύεται από κανονιστικές ρυθμίσεις, όπου αυτό απαιτείται. 23 FRIEDRICH-EBERT-STIFTUNG – ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΊΣ Δρ. Κωνσταντίνος Λυκούργος, Δικαστής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δρ. Άρτεμις Γιορδαμλή, Διευθύνουσα σύμβουλος του Ιδρύματος Λαόνα. Σπούδασε στη Γαλλία όπου απέκτησε το Diplôme d’études approfondies στο κοινοτικό δίκαιο 1987 και δι­ δακτορικό στη Νομική του Πανεπιστημίου Panthéon-As­ sas, Paris II το 1991. Έγινε μέλος του Δικηγορικού Συλλό­ γου Κύπρου το 1993, και ιδιώτευσε ως δικηγόρος στη Λευκωσία(1993-1996). Διορίστηκε ειδικός σύμβουλος ευρωπαϊκών υποθέσεων του Υπουργού Εξωτερικών (1996-1999), και υπήρξε μέλος της ομάδας διαπραγ­ ματεύσεων για την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρω­ παϊκή Ένωση 1998-2003, καθώς και σύμβουλος για το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας(1999-2002). Από το 2002 ως το 2014 ήταν μέλος ελληνοκυπριακών αντιπροσωπειών στις δι­ απραγματεύσεις για τη συνολική διευθέτηση του κυπρι­ ακού προβλήματος, υπηρετώντας ταυτόχρονα ως ανώ­ τερος Νομικός Λειτουργός(2002-2007), Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας(2007-2014), υπεύθυνος του τομέα δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας(2003-2014), και εκπρόσω­ πος της Κυπριακής Κυβέρνησης ενώπιον των δικαιοδοτι­ κών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(2004-2014). Από το 2014 είναι δικαστής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι συνιδρυτής δυο κυπριακών περιβαλλοντικών ορ­ γανώσεων που κλείνουν σύντομα 30 χρόνια λειτουργίας. Η μια ΜΚΟ είναι το Ίδρυμα Λαόνα για την Αναβίωση και Προστασία της Κυπριακής Υπαίθρου , που συνεχίζει να δι­ ευθύνει. Η άλλη ΜΚΟ είναι το Ίδρυμα Terra Cypria , το οποίο εκπροσώπησε για 18 χρόνια στις συνεδρίες της Σύμβασης της Βέρνης για την Άγρια Ζωή(Συμβούλιο της Ευρώπης), κατά τα τελευταία οχτώ των οποίων ως επικε­ φαλής της ομάδας των ΜΚΟ της Ευρώπης. Και οι δύο ορ­ γανώσεις, κάθε μια στον τομέα της, έχουν ενεργή παρου­ σία στην Κύπρο και την Ευρώπη. Η Δρ. Γιορδαμλή κατέχει τα πτυχία Barrister-at-Law, Mas­ ters στη Διοίκηση, και Διδακτορικό του Πανεπιστημίου Οξφόρδης στην Ανθρωπιστική Γεωγραφία, με αντικείμε­ νο έρευνας το βαθμό συμμόρφωσης Μεσογειακών κοι­ νωνιών προς περιβαλλοντικές νομοθεσίες. Δρ. Απόστολος Βλαχογιάννης, Νομικός συνεργάτης, Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Γαλλία, αποκτώντας Μεταπτυχιακό Διεθνών Σπουδών με κατεύθυνση στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο(2006) και Master 2 Recherche στη Φιλοσοφία Δικαίου και στο Πολιτικό Δίκαιο (2007). Ανακηρύχτηκε διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Panthéon-Assas(2011). Είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών(2006). Εργάστηκε ως Προσωρινός Συνεργάτης Διδασκαλίας και Έρευνας στο Πανεπιστήμιο Versailles-St. Quentin-en-Yvelines(2011/12), επιλεγμένος από το Εθνικό Συμβούλιο Πανεπιστημίων της Γαλλίας(CNU) για τη θέση του Λέκτορα(2012). Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(2014-2020) και διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Διδάσκει αυτή τη στιγμή ως Αναπληρωματικός Καθηγητής στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας και ως μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Από το 2020 είναι νομικός συνεργάτης στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας. 24 IMPRINT Friedrich-Ebert-Stiftung| Γραφείο Κύπρου Στασάνδρου 20, Διαμέρισμα 401| 1 060 Λευκωσία| Κύπρος Υπεύθυνος: Hubert Faustmann| Διευθυντής Τηλέφωνο:+357 22 37 73 36 Email: office@fescyprus.org www.fescyprus.org Οι απόψεις που εκφράζονται στην παρούσα δημοσίευ­ ση δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του ιδρύματος Friedrich-Ebert-Stiftung. IMPRINT The views expressed in this publication are not necessarily those of the Friedrich-Ebert-Stiftung or of the organizations for which the authors work. ΤΟ ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΉΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΟΡΓΑΝΏΣΕΩΝ: Mια συγκριτική επισκόπηση(Ε.Ε., Γαλλία, Κύπρος) Η Σύμβαση του Ώρχους για την Πρόσβαση στις Πληροφορίες, τη Συμμετοχή του Κοινού στη Λήψη Αποφάσεων, και την Πρόσβαση στη Δι­ καιοσύνη για Περιβαλλοντικά Θέματα, έφερε στο προσκήνιο μια νέα αντίληψη για τον ρόλο που παίζουν οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ στην προστασία του περιβάλλοντος. Με την υιοθέ­ τηση της ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, κατέστη υποχρεωτική η ένταξη των προνοιών της στο εθνικό δίκαιο των χωρών-μελών της Ε.Ε. Ίσως η πιο περίπλοκη πρόνοια της Σύμβα­ σης είναι το άρθρο 9 που αφορά το δικαίωμα των περιβαλλοντικών ΜΚΟ να προσβάλουν με προσφυγή στη δικαιοσύνη πράξεις ή παραλεί­ ψεις των αρμόδιων αρχών που είναι ζημιογόνες για το περιβάλλον. Η εφαρμογή του Άρθρου 9 της Σύμβασης στα κράτη-μέλη ποικίλλει ανά­ λογα με το εθνικό τους δίκαιο, αν λ.χ. η περιβαλ­ λοντική προστασία αποτελεί αναγνωρισμένο δικαίωμα, και πως ερμηνεύεται μέσα από τη νομολογία τους. Τα τρία κείμενα της παρούσας έκδοσης συντά­ χθηκαν από δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστη­ ρίου, νομικό σύμβουλο με ειδική γνώση του γαλλικού δικαίου, και γνωστή εκπρόσωπο πε­ ριβαλλοντικών οργανώσεων της Κύπρου. Σκο­ πός τους είναι να παρουσιάσουν την σύγχρονη προσέγγιση, αλλά και την εξέλιξη της νομολο­ γίας επί του θέματος σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Το Σύνταγμα τη Γαλλίας δεν περιλάμ­ βανε ως διαχρονικό δικαίωμα την προστασία του περιβάλλοντος, ούτε και το Σύνταγμα της Κύπρου. Στα τρία κείμενα αναλύεται η θεώρη­ ση και φιλοσοφία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρί­ ου, προσφέρεται επίσης μια επισκόπηση του έννομου συμφέροντος των ΜΚΟ στη Γαλλία και Κύπρο, καταλήγοντας σε σκέψεις για ενδυ­ νάμωση της θέσης των κυπριακών ΜΚΟ. Οι δι­ καστικές αποφάσεις και άλλες αναφορές μπο­ ρούν να προσφέρουν τροφή για σκέψη σε όσους ασχολούνται ως μελετητές η υπηρέτες της δικαιοσύνης.