1.1.2 Νέο Σύστημα καθορισμού του «νομοθετημένου κατώτατου μισθού» έπειτα από την ενσωμάτωση της Οδηγίας(ΕΕ) 2022/2041, με τον Ν. 5163/2024 Με τον Ν.5163/2024 η Ελλάδα ενσωμάτωσε στην εσωτερική έννομη τάξη την Οδηγία(ΕΕ) 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς. Με το άρθρο 6 αντικατέστησε το άρθρο 134 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου. Πλέον ο καθορισμός του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου θα αναπροσαρμόζονται, έπειτα από διαβούλευση με τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους, κατ’ έτος, με βάση νέο σύστημα που προκρίνει την αυτόματη αναπροσαρμογή του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, ήτοι με βάση συντελεστή/αλγόριθμο με σταθερές παραμέτρους, το οποίο θα ισχύσει από 1.1.2028(ενώ για τα έτη 2025, 2026 και 2027 θα ισχύσει το άρθρο 15 του παρόντος Νόμου με την ενδιάμεση διαδικασία). Το νέο σύστημα του αυτόματου καθορισμού θα προκύπτει, έπειτα από διαβούλευση, από το άθροισμα α) του ετήσιου ποσοστού μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή μεταξύ της 1ης Ιουλίου του προηγούμενου έτους και της 30ής Ιουνίου του τρέχοντος έτους για το χαμηλότερο ποσοστό είκοσι τοις εκατό(20%) της εισοδηματικής κατανομής των νοικοκυριών και β) του ημίσεος του ετήσιου ποσοστού μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η δε αγοραστική δύναμη του γενικού δείκτη μισθών αποτελεί ένα νέο κριτήριο για την ελληνική νομοθεσία. Αν ο ανωτέρω συντελεστής οδηγεί σε μείωση του νομοθετημένου κατώτατου μισθού δεν γίνεται αναπροσαρμογή, σύμφωνα, μάλιστα, με τις επιταγές του άρθρου 5 παρ. 3 της Οδηγίας 2022/2041 που θέτει ως προϋπόθεση ότι η εφαρμογή του αυτόματου μηχανισμού τιμαριθμικής αναπροσαρμογής« δεν οδηγεί σε μείωση του νόμιμου κατώτατου μισθού». Μοντέλο στο οποίο βασίστηκε ο καθορισμός αυτού του μηχανισμού υπήρξε το γαλλικό παράδειγμα, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 της Οδηγίας και τη σκέψη 28 τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν δείκτες και συναφείς τιμές αναφοράς για την καθοδήγηση της εκτίμησής τους ως προς την επάρκεια του νόμιμου κατώτατου μισθού. Ενδέχεται δε να επιλέγουν μεταξύ δεικτών που χρησιμοποιούνται ευρέως σε διεθνές επίπεδο(όπως για παράδειγμα ο δείκτης Kaitz) και/ή δεικτών που χρησιμοποιούνται σε εθνικό επίπεδο με στόχο την επίτευξη αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου, τη μείωση της φτώχειας των εργαζομένων, καθώς και την προώθηση της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής σύγκλιση προς τα πάνω και τη μείωση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων. Η αξιολόγηση μπορεί να βασίζεται σε τιμές αναφοράς που χρησιμοποιούνται ευρέως σε διεθνές επίπεδο, όπως ο λόγος του ακαθάριστου κατώτατου μισθού προς το 60% του ακαθάριστου διάμεσου μισθού, και ο λόγος του ακαθάριστου κατώτατου μισθού προς το 50% του ακαθάριστου μέσου μισθού, που επί του παρόντος δεν πληρούνται από όλα τα κράτη μέλη, ή ο λόγος του καθαρού κατώτατου μισθού προς το 50% ή 60% του καθαρού μέσου μισθού. Η αξιολόγηση μπορεί επίσης να βασίζεται σε τιμές αναφοράς που συνδέονται με δείκτες που χρησιμοποιούνται σε εθνικό επίπεδο, όπως η σύγκριση του καθαρού κατώτατου μισθού με το όριο της φτώχειας και την αγοραστική δύναμη των κατώτατων μισθών. Εν κατακλείδι, διακρίνουμε για τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα τέσσερις περιόδους: α. την πρώτη περίοδο έως το 2012 όπου η ρύθμιση του καθοριζόταν με βάση τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις από τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους, την υπογραφή της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.και την καθολική της εφαρμογή(από το 2000 έως το 2012 παρατηρούμε ονομαστική αύξηση της τάξεως του 61,5% και την αύξηση της παραγωγικότητας να είναι υψηλότερη), β. τη δεύτερη περίοδο από το 2012 – 2018 όπου η χώρα βρισκόταν σε δημοσιονομική προσαρμογή και ο κατώτατος μισθός ρυθμίστηκε μέσω κρατικού παρεμβατισμού(ΠΥΣ 6/2012, Ν. 4093/2012, Ν.4172/2013), με ονομαστική μείωση κατά 22% για τους εργαζόμενους άνω των 25 ετών και κατά 32% για τους εργαζόμενους από 18 έως 25 ετών(δημιουργία υποκατώτατου μισθού) με σκοπό τη μείωση του κόστους και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και με την ανεργία να βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κυρίως για το έτος 2013 όπου εκτινάχθηκε πάνω από το 27%, γ. την τρίτη περίοδο 2019-2027 με τον καθορισμό του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου μέσω Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Εργασίας, μετά από διαβούλευση με τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου, με χαρακτηριστική την ανοδική του πορεία(2019-2025 συνολική αύξηση της τάξεως του 35,4%), την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, την πτωτική πορεία της ανεργίας έως το 9% για τον Μάρτιο του 2025 και τέλος δ. την τέταρτη περίοδο η οποία θα ξεκινήσει από 1.1.2028 με βάση το νέο σύστημα που προκρίνει την αυτόματη αναπροσαρμογή του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, ήτοι με βάση συντελεστή/ αλγόριθμο με σταθερές παραμέτρους. Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, τη Γαλλία και τη Γερμανία 5
Buch
O katōtatoz misthos stēn Elláda, tē Gallia kai tē GermaniaΟ κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, τη Γαλλία και τη Γερμανία
Einzelbild herunterladen
verfügbare Breiten