Λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο του 60% του διάμεσου μισθού ως«νέου σημείου αναφοράς για τον γερμανικό κατώτατο μισθό»(Lübker and Schulten 2025), ο πραγματικός κατώτατος μισθός ήταν πάντα υπερβολικά χαμηλός και κυμαινόταν μεταξύ 46% και 50% του διάμεσου μισθού(Lübker et al. 2025). Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος, ο κατώτατος μισθός έπρεπε γενικά να είναι τουλάχιστον κατά 2 ευρώ υψηλότερος από τον τρέχοντα κατώτατο μισθό (Σχήμα 2). Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 60% του διάμεσου μισθού αντιστοιχεί σε κατώτατο μισθό άνω των 15 ευρώ ανά ώρα. Στην πιο πρόσφατη απόφασή της τον Ιούνιο του 2025, η Επιτροπή Κατώτατου Μισθού συμπεριέλαβε για πρώτη φορά τον στόχο του 60% του διάμεσου μισθού. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποίησε τον διάμεσο μισθό του Απριλίου 2025, όπως αυτός υπολογίστηκε από την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας και ήταν ελαφρώς χαμηλότερος από ό,τι δηλώνουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατα προτεινόμενη αύξηση του γερμανικού κατώτατου ωρομισθίου σε δύο στάδια, η πρώτη αύξηση στα 13,90 ευρώ το 2026 ακολούθησε ουσιαστικά την εξέλιξη των μισθών με βάση τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ η δεύτερη αύξηση στα 14,60 ευρώ το 2027 θα προσαρμόσει τον κατώτατο μισθό στο 60% του διάμεσου μισθού. 3.3 Αξιολόγηση: Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του ισχύοντος Μηχανισμού Κατώτατου Μισθού Το γερμανικό καθεστώς κατώτατου μισθού παρουσιάζει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Μέχρι πρόσφατα, το κύριο μειονέκτημα του γερμανικού συστήματος ήταν το γεγονός ότι, αν και διέθετε ένα κριτήριο για την εξέλιξη του κατώτατου μισθού με βάση εκείνη των μισθών όπως αυτοί καθορίζονται μέσω συλλογικών συμβάσεων, δεν διέθετε κάποιο κριτήριο για ένα επαρκές επίπεδο του κατώτατου μισθού. Με την υιοθέτηση του στόχου του 60% του διάμεσου μισθού, όπως συνιστάται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία για τον Κατώτατο Μισθό, για πρώτη φορά υπάρχει πλέον και στη Γερμανία ένα κριτήριο για το απόλυτο επίπεδο κατώτατου μισθού. Ωστόσο, ο στόχος αυτός δεν αποτελεί δεσμευτική τιμή, αλλά μόνο ένα σημείο αναφοράς, με αποτέλεσμα η εξέλιξη του κατώτατου μισθού να εξακολουθεί να εξαρτάται από τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Επιτροπής Κατώτατου Μισθού. Η Γερμανική Επιτροπή Κατώτατου Μισθού έχει κατ’ αρχάς το πλεονέκτημα ότι παρέχει τη δυνατότητα σε εργοδοτικές ενώσεις και συνδικάτα να ασκούν σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού. Αυτό είναι αρκετά σημαντικό για τη βασική αποδοχή και νομιμοποίηση του κατώτατου μισθού και από τις δύο πλευρές. Ωστόσο, τα συμφέροντα των δύο μερών είναι πολύ διαφορετικά, καθώς οι εργοδότες πάντα επιθυμούν να περιορίζουν κατά το μέγιστο δυνατό την αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ τα συνδικάτα θέλουν να μετατρέψουν τον κατώτατο μισθό σε πραγματικό μισθό διαβίωσης. Οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της επιτροπής δεν μπορούν να συγκριθούν με τις παραδοσιακές συλλογικές διαπραγματεύσεις, καθώς τα συνδικάτα δεν διαθέτουν πραγματικά μέσα πίεσης, όπως τη δυνατότητα απεργίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή Κατώτατου Μισθού τείνει να χορηγεί μόνο μέτριες αυξήσεις του κατώτατου μισθού. Αιτήματα για διαρθρωτικές προσαρμογές του κατώτατου μισθού που απαιτούν υψηλότερη αύξηση συνήθως αποτυγχάνουν λόγω της αντίστασης των εργοδοτών. Μελέτες σχετικά με τις αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή Κατώτατου Μισθού κατά τη διάρκεια των πρώτων δέκα ετών εφαρμογής του κατώτατου μισθού έδειξαν ότι οι προσαρμογές ελάχιστα υπερέβησαν τη γενική τάση των μισθών και των τιμών(Lübker κ.ά. 2025). Η μόνη διαρθρωτική προσαρμογή της αύξησης του κατώτατου μισθού κατά περίπου 15% το 2022 οφείλεται σε μια πολιτική απόφαση για έκτακτη αύξηση, παρά την αντίσταση των εργοδοτών που κατηγόρησαν την κυβέρνηση για αποδυνάμωση της ανεξαρτησίας της Επιτροπής Κατώτατου Μισθού. Τα συνδικάτα υποστήριξαν την έκτακτη αύξηση που αποφάσισε η κυβέρνηση, καθώς δεν κατόρθωσαν να πετύχουν ανάλογη αύξηση με την Επιτροπή Κατώτατου Μισθού. Ωστόσο, μια τέτοιου είδους «πολιτική» απόφαση παραμένει αμφίσημη ακόμη και από συνδικαλιστική άποψη, καθώς το αποτέλεσμα θα εξαρτάται κάθε φορά από το κατά πόσο η εκάστοτε κυβέρνηση θα είναι ευνοϊκή προς τους εργαζομένους. Για το μέλλον μένει να διαπιστωθεί αν η Γερμανική Επιτροπή Κατώτατου Μισθού θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τον στόχο του 60% του διάμεσου μισθού. Προκειμένου να εγγυηθεί έναν επαρκή κατώτατο μισθό στο μέλλον, θα ήταν σκόπιμο ο στόχος αυτός να συμπεριληφθεί ως νομικό προαπαιτούμενο στον Γερμανικό Νόμο περί Κατώτατου Μισθού. 20 Friedrich-Ebert-Stiftung e.V.
Buch
O katōtatoz misthos stēn Elláda, tē Gallia kai tē GermaniaΟ κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, τη Γαλλία και τη Γερμανία
Einzelbild herunterladen
verfügbare Breiten