3. Ο κατώτατος μισθός στη Γερμανία Thorsten Schulten 3.1 O Μηχανισμός Ρύθμισης του Κατώτατου Μισθού Μετά από πολλά χρόνια έντονων συζητήσεων, την 1η Ιανουαρίου 2015 εισήχθη για πρώτη φορά στη Γερμανία ένας νόμιμος κατώτατος μισθός. Μέχρι τότε οι κατώτατοι μισθοί καθορίζονταν αποκλειστικά από συλλογικές συμβάσεις σε κλαδικό ή επιχειρησιακό επίπεδο. Ωστόσο, η κάλυψη από συλλογικές διαπραγματεύσεις μειωνόταν σταθερά από τη δεκαετία του 1990 και εξής. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 περίπου το 80% του συνόλου των εργαζομένων εξακολουθούσε να εργάζεται σε επιχειρήσεις με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, το 2024 αυτό ίσχυε μόνο για έναν στους δύο εργαζόμενους(49%). Κατά συνέπεια, στη Γερμανία δημιουργήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους τομείς χαμηλόμισθων στην Ευρώπη. Έτσι, η καθιέρωση του νόμιμου κατώτατου μισθού ήταν ουσιαστικά μια αντίδραση στη μείωση της διαπραγματευτικής κάλυψης και σε έναν ολοένα αυξανόμενο τομέα χαμηλόμισθων.(Bosch 2018, Bosch κ.ά. 2021). Η νομική βάση για τον νόμιμο κατώτατο μισθό στη Γερμανία είναι ο Γερμανικός Νόμος περί Κατώτατου Μισθού( Mindestlohngesetz, MiLoG) της 11ης Αυγούστου 2014. Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο,«κάθε εργαζόμενος δικαιούται από τον εργοδότη του αμοιβή τουλάχιστον ίση με το ποσό του κατώτατου μισθού» ( MiLoG, Άρθρο 1). Ως εκ τούτου, είναι καθήκον του εργοδότη να καταβάλλει τον κατώτατο μισθό( MiLoG, Άρθρο 20). Υπάρχουν ελάχιστες εξαιρέσεις για ομάδες που δεν καλύπτονται από τον κατώτατο μισθό(MiLoG, Άρθρο 20) όπως οι εξής: → οι επαγγελματικά καταρτιζόμενοι(που κατά τον νόμο δεν θεωρούνται εργαζόμενοι) → τα άτομα που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση στο πλαίσιο επαγγελματικής κατάρτισης → οι νέοι εργαζόμενοι κάτω των 18 ετών που δεν έχουν ολοκληρώσει καμία επαγγελματική κατάρτιση και → οι μακροχρόνια άνεργοι κατά το πρώτο εξάμηνο της απασχόλησής τους. Ενώ το αρχικό επίπεδο του κατώτατου μισθού θεσμοθετήθηκε από το Γερμανικό Κοινοβούλιο όταν θεσπίστηκε το 2015, ο Νόμος περί Κατώτατου Μισθού ορίζει ότι αυτός θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται τακτικά κατόπιν σύστασης μιας Εθνικής Επιτροπής Κατώτατου Μισθού. Η Επιτροπή αυτή απαρτίζεται από τρεις εκπροσώπους των εργοδοτικών ενώσεων και τρεις εκπροσώπους των συνδικάτων καθώς και από έναν ανεξάρτητο πρόεδρο. Ο τελευταίος ορίζεται στη βάση κοινής πρότασης των κεντρικών εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Εάν αμφότερα τα μέρη δεν καταλήξουν σε κοινό πρόεδρο, η προεδρία εναλλάσσεται μεταξύ των προέδρων που προτείνονται από κάθε πλευρά. Επιπλέον, στην επιτροπή συμμετέχουν δύο ακαδημαϊκοί εμπειρογνώμονες ως σύμβουλοι, οι οποίοι, ωστόσο, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Κατ’ αρχήν, για τις αποφάσεις σχετικά με την προσαρμογή του κατώτατου μισθού απαιτείται απλή πλειοψηφία των ψήφων των μελών της επιτροπής. Ωστόσο, υπάρχει η προσδοκία ότι οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών και των συνδικαλιστικών οργανώσεων θα καταλήξουν σε συμβιβασμό και θα λάβουν κοινή απόφαση. Σύμφωνα με τον πρόσφατα υιοθετημένο νέο Κανονισμό Λειτουργίας( Geschäftsordnung) της Επιτροπής Κατώτατου Μισθού, προβλέπονται έως και τρεις ψηφοφορίες για τη λήψη απόφασης σχετικά με την προσαρμογή του κατώτατου μισθού (Mindestlohnkommission 2025): → Στην πρώτη ψηφοφορία, ο ανεξάρτητος πρόεδρος πρέπει να απέχει ώστε η πλειοψηφία να μπορεί να επιτευχθεί μόνο με εκπροσώπους τόσο των εργοδοτών όσο και των συνδικάτων. Εάν η πρώτη ψηφοφορία δεν καταλήξει σε πλειοψηφία, o ανεξάρτητος πρόεδρος πρέπει να επεξεργαστεί μια πρόταση συμβιβασμού. → Η δεύτερη ψηφοφορία επί της πρότασης του ανεξάρτητου προέδρου απαιτεί και πάλι την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, ενώ o ανεξάρτητος πρόεδρος πρέπει να απέχει εκ νέου από την ψηφοφορία. → Μόνο εάν οι δύο πρώτες ψηφοφορίες δεν καταλήξουν σε πλειοψηφία, θα υπάρξει τρίτη ψηφοφορία, στην οποία ψηφίζει πλέον και ο ανεξάρτητος πρόεδρος. 16 Friedrich-Ebert-Stiftung e.V.
Buch
O katōtatoz misthos stēn Elláda, tē Gallia kai tē GermaniaΟ κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, τη Γαλλία και τη Γερμανία
Einzelbild herunterladen
verfügbare Breiten